Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Σπίτι μου, σπίτι σου ή και κάπου αλλού?

Όχι αγαπημένοι μου αναγνώστες το ότι παντρεύτηκα δεν είναι ο λόγος που χάθηκα. Εξακολουθώ να είμαι ελεύθερο πουλί πνεύμα. Εξακολουθώ να βαριέμαι να κάνω τις δουλειές του σπιτιού και εξακολουθώ να μην είμαι εντάξει στα συζυγικά μου καθήκοντα. Εξακολουθώ να μη μαγειρεύω καθημερινά και εξακολουθώ να μη μοιάζω στη Μαίρη Παναγιωταρά (που αν μη τι άλλο ήταν μια σωστή νοικοκυρά) και εξακολουθώ να μη μοιάζω ούτε στο ελάχιστο στη δική μου τη μαμά. Οπότε μην το ρίχνετε εκεί. Δεν άλλαξα με την παντρειά. Ίδια έμεινα. Προς απογοήτευση αυτών που ήλπιζαν για το αντίθετο. Ο λόγος της εξαφάνισης μου είναι η βαρεμάρα. Μια ανίκητη βαρεμάρα που με έκανε να κρατιέμαι σε απόσταση ασφαλείας από πληκτρολόγια και λοιπά μηχανήματα του διαβόλου. Μέχρι σήμερα. Που η βαρεμάρα να κάνω οτιδήποτε άλλο νίκησε την βαρεμάρα μου να γράψω. Εντάξει βοήθησε και η Αγγελική που μου χάρισε ένα ωραίο βραβείο και την ευχαριστώ πολύ! Αλλά Αγγελική μου εδώ έχω απλώσει τραχανά (βλέπε επεισόδια με love story Χριστίνας-Θ) δεν προλαβαίνω μάνα μου να απαντήσω σε ερωτήσεις...Σχώρα με!

Επεισόδιο 2: Χριστίνα-Θ σημειώσατε Χ

Την επόμενη μέρα ξύπνησα αναρωτώμενη και τώρα τι γίνεται? Την προηγούμενη μέρα είχα βγει, είχα γνωρίσει κάποιον, είχα γυρίσει σπίτι μου και είχα κοιμηθεί. "Τι χαζός!" σκέφτηκα. "Ούτε το τηλέφωνο μου δε ζήτησε ο γελοίος." Αυτά σκεφτόμουν καθώς έπινα την πρώτη γουλιά από τον καφέ μου όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Κοιτάζω την οθόνη και ένα μικρό λοξό γελάκι (από αυτά της τρομερής αυτοπεποίθησης) έσκασε στο πρόσωπο μου. Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου και απάντησα. "Έλα ρε, καλημέρα" ακούστηκε η κελαρυστή φωνή της κοπέλας του Σταμάτη από την άλλη γραμμή (;; Οπτική ίνα ;; Whatever.. Μη μου χαλάς την ατμόσφαιρα, σπασικλάκι) "Καλημέρα" της λέω "Πως και με πήρες πρωί-πρωί?" Από της άλλη γραμμή ακούω γελάκια "Τι έγινε χθες? Κάψαμε καρδιές? Μου ζήτησε το τηλέφωνο σου. Να του το δώσω?" Το λοξό αυτάρεσκο γελάκι πλέον έχει γίνει πολύ μεγάλο λοξό αυτάρεσκο γελάκι. "Ξέρω εγώ? Δώστο." Απαντάω ξερά γιατί πρώτον έχουμε και ένα image να διαφυλάξουμε και δεύτερον έβαλες τρίτο πρόσωπο να ζητήσει το τηλέφωνο μου. Μα ήμαρτον...Δεν έχω χειρότερο από αυτό. Μαζί δεν ήμασταν χθες? Γιατί δεν το ζήτησες εκεί? 

Συμβουλή: Αγόρια σας παρακαλώ μην το κάνετε αυτό. Εκεί μπροστά στα ίσια. Χυλόπιτα? Χυλόπιτα. Αλλά...Παλικαρίσια.

Τελοσπάντων, κλείνουμε το τηλέφωνο. Πίνω άλλη μια γουλιά από τον καφέ μου και αρχίζω και συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι τόσο femme fatale όσο το παίζω. Και ούτε είμαι και τόσο δύσκολη όσο το παίζω. Και μάλλον φάνηκα λίγο ξινή και ξενερωμένη στο τηλέφωνο. Και μήπως έπρεπε να είμαι λίγο περισσότερο ενθουσιασμένη; Και στην τελική. Εντάξει, κόλλησε να μου ζητήσει το τηλέφωνο μπροστά σε άλλους δέκα φίλους μου που μόλις τους είχε γνωρίσει. Τουτ, τουτ. "Έλα Μαρία. Εγώ είμαι πάλι . Να σου πω...Αλήθεια, μου άρεσε αυτός." Η Μαρία γέλασε και κανόνισε να συναντηθούμε το ίδιο κιόλας βράδυ. "Θα έρθουμε από το σπίτι σου αρχικά και μετά εάν είναι βγαίνουμε" μου λέει.

Το ίδιο απόγευμα ντύνομαι στολίζομαι, σουλουπώνω και λίγο το σπίτι και ενημερώνω τη συγκάτοικο μου ότι το βράδυ θα έρθουν ο Σταμάτης με τη Μαρία και δυο άλλοι φίλοι από το σπίτι. Για το γεγονός ότι θα έρθει και ένα παιδί που δεν το ξέρεις αλλά τον γνώρισα χθες και μου αρέσει και μάλλον του αρέσω και εγώ δεν είπα κουβέντα. Γιατί θα με ρωτήσετε και θα έχετε και δίκιο. Γιατί να μην πεις κάτι τέτοιο στην κολλητή σου? Γιατί εάν είσαι κολλημένο άτομο όπως εγώ σε πιάνουν οι ανασφάλειες. Και άμα δεν έρθει? Και άμα έρθει και τελικά δεν του αρέσεις? Γιατί εντάξει, νύχτα με είδε. Και άμα, και άμα.. Μην το ψάχνετε.. Θα έδινα το μισό μου βασίλειο για λίγη παραπάνω αυτοπεποίθηση.

Τελικά το βράδυ ήρθε και το κουδούνι χτύπησε. "Ανοίγω εγώ" μου λέει η συγκάτοικος και εγώ από την κουζίνα παίρνω βαθιές ανάσες. Την ακούω που ανοίγει την πόρτα (σημειωτέον η συγκάτοικος δεν ήταν το προηγούμενο βράδυ μαζί μας οπότε δε γνωρίζει τον Θ και επειδή κάποια είναι ηλίθια δε ξέρει καν ότι θα έρθει ένας άγνωστος σπίτι μας). Την ακούω λοιπόν να ανοίγει την πόρτα και αμέσως μετά την ακούω να λέει "Θ? Τι κάνεις εδώ?" 

ΓΝΩΡΙΖΟΤΑΝΕ.

Εάν ήμουν ο Παπακαλιάτης και για έξτρα σασπένς σε αυτό το στάδιο θα έπρεπε να σας πω ότι οι δυο τους είχαν περάσει μια βραδιά πάθους ένα βράδυ που το λεωφορείο του ΚΤΕΛ έμεινε από λάστιχο έξω από την Καβάλα. Αλλά... Δεν είμαι! Οι δυο τους σπουδάζανε στην ίδια σχολή και επιπλέον είχαν συναντηθεί πέρυσι στη γιορτή του Σταμάτη. Σε αυτή τη γιορτή εγώ δεν είχα πάει. Επίσης πριν κανένα εξάμηνο είχαν βρεθεί σε κοινή παρέα για καφέ. Σε εκείνο τον καφέ εγώ είχα πάει... Αλλά ούτε εγώ , ούτε ο Θ θυμόμαστε ο ένας τον άλλον. 

Σιγά σιγά ο ένας μετά τον άλλον αρχίσαμε να μαζευόμαστε στο μικρό μας δυαράκι. Παραγγείλαμε να φάμε, ήπιαμε ποτάκια και τελικά βαρεθήκαμε να βγούμε. Μετά από λίγο ήρθανε και άλλοι φίλοι και όλοι μαζί γίναμε μια ωραία ατμόσφαιρα. Ο Θ ακόμα μου λέει ότι εκείνο το βράδυ είχα φωνάξει κριτική επιτροπή για να τον τσεκάρει αλλά ειλικρινά εγώ το μόνο που ήθελα  ήταν να περάσουμε καλά. Και όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα...

Η ώρα πια είχε πάει 3 και οι πρώτοι άρχισαν να φεύγουν, μετά έφυγαν και οι δεύτεροι και μετά τελευταίος έφυγε και ο Θ. Λέγοντάς μου απλά καληνύχτα. Ούτε θέλω να σε ξαναδώ. Ούτε θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο. Τίποτα. Απλά καληνύχτα....

Καληνύχτα λοιπόν και έπεσα για ύπνο. Βέβαια ο Θ καλοπέρασε εκείνο το βράδυ καθώς είχε παρκάρει σε ένα δρόμο μπροστά από την αστυνομία και μετά τις 12 τον κλείνουν τον δρόμο. Έτσι βρέθηκε 4:00 τα ξημερώματα να σπρώχνει κιγκλιδώματα και να απολογείται σε αστυνομικούς ότι "βρε παιδιά δε θέλω να σας βάλω βόμβα , να το αυτοκινητάκι μου θέλω να πάρω"... Γιατί η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο από την μοίρα...

Τέλος δεύτερου επεισοδίου.