Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Ας τα πάρουμε από την αρχή...

Και ναι ούτε εγω δε ξέρω πόσους μήνες μου πήρε να γράψω ανάρτηση.Μια βαρεμάρα με έχει πιάσει και δε με αφήνει! Ακόμα και να διαβάσω τα νέα σας βαριέμαι. Διαβάζω μόνο όσους κάνετε ποστ σε facebook! Τι να πω... Ο blogger θα με εκδικηθεί κάποια στιγμή! Βασικά το πρόβλημα μου είναι ότι είχα στο μυαλό μου να γράψω για το γάμο. Και όταν εγώ έχω κάτι στο μυαλό μου σα θέμα τότε κολλάω και δε γράφω τίποτα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Από την πολύ αρχή...

Επεισόδιο 1: Η γνωριμία

Βρισκόμαστε πίσω στο σωτήριο έτος 2007. Έχω μόλις τελειώσει τη σχολή, έχω παντρέψει την αδερφή και έχω βρει και μια καλή δουλειά. Οπότε τι μου μένει? Να γνωρίσω ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτώ! Εάν είναι δυνατόν να είναι από τη δουλειά, και να είναι και στέλεχος. Τουλάχιστον έτσι μου λέγανε θείες και θείοι. Γνωρίζω λοιπόν και εγώ ένα παιδί. Μα τι παιδί! Καλό παιδί δεν τον λες αλλά είχε πλάτες δυο μέτρα και γροθιά σκληρή σαν πέτρα. Από τη δουλειά δεν ήτανε αλλά υπηρετούσε με δόξα και τιμή στον ελληνικό στρατό. Στέλεχος δεν ήτανε αλλά μόλις τελείωνε τις σπουδές του θα γινόταν. Σε μόλις 5-6 χρόνια! Αλλά και πάλι προτρέχω.Που είχαμε μείνει? Α, ναι. Στο Νοέμβριο του 2007.

Είχαν έρθει δυο φίλοι από επαρχία και είχαμε κανονίσει μεγάλη παρέα να βγούμε. Εγώ βαριόμουν τρομερά και εάν δεν είχαν έρθει τα παιδιά από μακριά δεν έπαιζε να έβγαινα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Σιγά,σιγά όμως άρχισα να ετοιμάζομαι. Φόρεσα ένα φόρεμα που δε μου άρεσε καθόλου αλλά μου το είχε κάνει δώρο μια φίλη μου στα γενέθλια μου. Εκείνο το βράδυ θα ήταν και αυτή οπότε λέω δε φοράω αυτό να το δει και να χαρεί? Έτσι και αλλιώς μεταξύ μας θα 'μαστε. Φοράω λοιπόν το φόρεμα που δε μου αρέσει και περιμένω να έρθουν να με πάρουν με το αυτοκίνητο. Έρχονται και βλέπω ότι είναι ήδη πέντε μέσα στο αυτοκίνητο. "Έλα μωρέ χωράς, αδύνατη είσαι. Θα σε πάρω στα πόδια μου" μου λένε και μπαίνω στο αυτοκίνητο (ελπίζω να μην είναι κάποιος από εσάς της τροχαίας Αττικής). Κάθομαι αναπαυτικά στα πόδια κάποιου, έχω στριμώξει το κεφάλι μου ανάμεσα στην οροφή και το παράθυρο ενώ ταυτόχρονα σκύβω γιατί τα φουντωτά σγουρά μαλλιά μου ενοχλούν τον οδηγό. Το ταξίδι του μαρτυρίου είχε μόλις ξεκινήσει και υπολόγιζα ότι είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να πάμε Μαρούσι. Σε κάποια φάση ακούω τον οδηγό να λέει πώς στο πίσω αυτοκίνητο ήταν ο Σταμάτης (φίλος που θα συναντιόμασταν στο Μαρούσι). "Πόσοι είναι μέσα στο αυτοκίνητο?" ρωτάω αμέσως. "Τρεις" μου απαντάει. "Σταματήστε να κατέβω" λέω και ανοίγω την πόρτα στο πρώτο φανάρι που βρήκαμε! Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο όλο νάζι, κάνω μια χορευτική- καραγκιοζίστικη φιγούρα που είναι αδιανόητο να εξηγηθεί γραπτώς (εκεί νομίζω ότι τον έριξα) και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Κοιτάζω τον οδηγό βλέπω τον Σταμάτη, κοιτάζω δίπλα μου βλέπω τη κοπέλα του, κοιτάζω το συνοδηγό και δεν είναι ο αδερφός του Σταμάτη. Όπα ποιος είναι αυτός που με κοιτάει και γελάει? 

"Χριστίνα" του λέω. "Θ" μου απαντάει... Καρδούλες, καρδούλες , καρδούλες....

"Στρίψε από εδώ, όχι μην πας δεξιά έχει αδιέξοδο σε τρεις διασταυρώσεις" έλεγε ο Θ οπότε για να πιάσω κουβέντα τον ρωτάω "εδώ μένεις? Τη ξέρεις πολύ καλά την περιοχή". Δεν ήξερα η έρμη ακόμα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε καταπιεί το GPS όταν ήταν μικρός! "Όχι δουλεύω ταξί τα βράδια" μου απαντάει απότομα και χαζογελάει με τον Σταμάτη. Τι βλάκας σκέφτηκα και δε του ξαναμίλησα. Πάμε σε ένα μαγαζί βρίσκουμε μια μπάρα και καθόμαστε. Το μαγαζί τίγκα... Να μην χωράς να κάτσεις. Εγώ είχα κουραστεί, δεν άντεχα και τον τόσο πολύ κόσμο οπότε έπιασα μια γωνιά. Άπλωσα το χεράκι μου, ακούμπησα σε κάτι μαλακό και άρχισα να το χαϊδεύω. Μετά από λίγη ώρα βλέπω έναν κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη να μου χαμογελάει πονηρά. Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που ακουμπάω τόση ώρα δεν είναι η μπάρα αλλά το χέρι του κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη. Ευτυχώς εκείνη την ώρα λέει μια φίλη μου "μήπως να φύγουμε? Είναι ασφυκτικά εδώ μέσα". "Σας παρακαλώ..."τους απάντησα και φύγαμε. Ο κοντούλης, χοντρούλης, καραφλούλης ακόμα θα αναρωτιέται για εκείνη την κοπέλα που του χάιδευε το χέρι στο ξεκούδωνο ένα βράδυ σε ένα μπαρ!

Μετά πήγαμε σε ένα άλλο μαγαζί που ήταν ήσυχα. Βρήκαμε να κάτσουμε και όλως τυχαίως ο Θ  ήρθε και κάθισε δίπλα μου... Μιλούσαμε όλο το βράδυ και παραδόξως δεν ήταν τόσο σπαστικός όσο έδειχνε στο αυτοκίνητο.  Η ώρα είχε πάει τέσσερις και είπαμε να φύγουμε. Βγαίνουμε από το μαγαζί και τον ακούω που συζητάει με τον Σταμάτη για το που θα τον αφήσει για να πάρει το αυτοκίνητο ο Θ. Οκ λέω εάν γουστάρει θα πει να με πάει σπίτι. Αντ' αυτού έρχεται ένας "φίλος" και μου λέει ότι θα με γυρίσει αυτός σπίτι. "Δεν πειράζει του λέω, δε χρειάζεται", "Όχι, όχι θα σε πάω εγώ" επέμενε αυτός και μου ερχόταν να τον βαρέσω! Πώς γίνεται να επιμένεις αφού όλο το βράδυ μιλάω με άλλον?? Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Θ να με κοιτάει ξενερωμένος. Στο τέλος καληνυχτιζόμαστε και φεύγουμε! Χωρίς να αλλάξουμε τηλέφωνα, χωρίς να με γυρίσει σπίτι. Στο αυτοκίνητο ο "φίλος" μου λέει "Ρε σόρρυ. Σου έκανα χαλάστρα?". Σωωωώπα καημένε! Μην το συζητάς! Από που και ως που?

Για την ιστορία να σας πω ότι του Θ του πήρε 6 μήνες για να τον πείσω ότι εγώ με αυτόν δεν είχαμε κάνει τίποτα και ότι όλη αυτή η συμπεριφορά του πληγωμένου πρώην ήταν απλή ζήλια του "φίλου".

Τέλος πρώτου επεισοδίου.


Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Έλα, έλα έχω τούλια, έχω γάζες λεεεεέω....

Χάθηκα. Έμπλεξα μέσα σε τούλια, γάζες και κορδέλες. Μπουρδουκλώθηκα και τα έκανα μαντάρα! Θυμάστε που σας έλεγα ότι παντρεύομαι και ψάχνω για νυφικό? Ε, λοιπόν ισχύουν ακόμα και τα δύο! Και παντρεύομαι και νυφικό δε βρήκα ακόμη. Λίγο η αναποφασιστικότητα μου, λίγο η αναβλητικότητα μου φθάσαμε στον 1 μήνα και 3 βδομάδες ακόμα. Εντάξει έχω βρει δυο που μου αρέσουν και μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα κλείσω το ένα.

Ερώτηση παγίδα:

Εάν είχατε ένα νυφικό που σας άρεσε πολύ αλλά δε σας πήγαινε και τόσο και ένα νυφικό που σας άρεσε λίγο αλλά σας πήγαινε πολύ, τι θα διαλέγατε? 

Απαντήστε και κερδίστε την αγάπη μου! (χωρίς κλήρωση, τη μοιράζω απλόχερα)

Λοιπόν, τι κατάλαβα αυτούς τους μήνες της "προετοιμασίας" του γάμου. Ότι όλοι κάνουν ό,τι θες. Όποια χαζή ιδέα σου κατέβει στο κεφάλι όλοι τρέχουν να την υλοποιήσουν. 

Παράδειγμα 1ο:

Είμαστε μεσημέρι στο εξοχικό μου. Όλη η οικογένεια κοιμάται εκτός από μένα και τον πατέρα μου. Ο μπαμπάς μου προσπαθεί να φτιάξει μια αποθήκη μόνος του. Την έχει χτίσει και πλέον είναι στο στάδιο που τη σοβατίζει. Ανεβοκατεβαίνει σε σκάλες, βάφει, ιδρώνει- ξεϊδρώνει. Εγώ κάνω βόλτες τριγύρω του πίνοντας βυσσινάδα, μπλέκομαι στα πόδια του και παίζω με τις μπογιές. Ξαφνικά βλέπω κάτι σανίδες πεταμένες και μου έρχεται η έμπνευση. Αρχίζω να ψάχνω στο σωρό με τις σανίδες. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πατέρας μου. "Να μωρέ, σκέφτηκα να βρω μια σανίδα , να γράψω πάνω "BRIDE" και να την κάνω πινακίδα να τη κρεμάσουμε έξω από τη πόρτα στο δωμάτιο που θα βάφομαι" του λέω εγώ. "Μισό λεπτό να κατέβω να βρούμε μια καλή. Αυτή σου κάνει?" μου λέει ενώ ταυτόχρονα μετακινεί όλα τα ξύλα στο σωρό για να βρει την καλύτερα σανίδα. Που σε αντίστοιχη περίπτωση, εάν δεν ήμουν νύφη, θα έψαχνε να βρει την πιο καλή σανίδα, μετά θα την έβρεχε και μετά....


Παράδειγμα 2ο:

Απογευματάκι στο σπίτι του Θ. Κάνω βόλτα στον κήπο τους και επιθεωρώ τα δέντρα. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πεθερός μου. "Ψάχνω ένα κλαδί για να το κάνω δέντρο ευχών για το τραπέζι του γάμου για να κρεμάνε καρτελάκια πάνω" του λέω και παρατηρώ από την έκφραση του ότι δεν καταλαβαίνει τι θέλω να κάνω. Ο πεθερός απομακρύνεται αμέσως και το επόμενο λεπτό τον βλέπω να έρχεται σέρνοντας πίσω του δυο ξερές κλάρες ελιάς. "Αυτά σου κάνουνε?" με ρωτάει. "Μμμ. Δε ξέρω. Αυτό μου αρέσει περισσότερο" του λέω και του δείχνω την κορυφή από την κουμκουατιά. Ο πεθερός απομακρύνεται ξανά και το επόμενο λεπτό επιστρέφει με μια σκάλα και ένα πριόνι. Δυο λεπτά μετά το λατρεμένο κλαδί ήταν στα χέρια μου! Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολύ ωραίο κλαδί για μένα, μία κουτσουρεμένη κουμκουατιά για την αυλή και μια πεθερούλα να θρηνεί για τα δυο κιλά κουμκουάτ που πήγαν χαμένα!

Για αυτό σας λέω! Παντρευτείτε να σας κακομάθουν!



Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

14 bloggers γράφουν ''Το μυστήριο του καφενείου''


Μετά από την τρομερή επιτυχία του πρώτου σκυταλοδρομικού μυθιστορήματος οι γνωστοί-άγνωστοι ξαναχτυπούν με μια ιστορία μυστηρίου. Ακολουθήστε τα παρακάτω links για να διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία όπως έχει εξελιχθεί έως τώρα.

Με σειρά εμφάνισης έγραψαν οι:
  1. Μαρία Νι., Η αρχή του μυστηρίου
  2. Έλενα Λ., Μια ανάσα
  3. Marilise, Ισιδώρα
  4. Hengeo, Το γιασεμί
  5. Εκφράσου, Η λεγεώνα
  6. Des Tzav, Σαν σε όνειρο
  7. Αριστέα, Ελπίδα
  8. Funky Monkey, Παράλληλες κινήσεις
  9. Απάγκιο, "Φ"
  10. Levina, Διαφυγή
  11. Xris Kat, Μοιραία συνάντηση
  12. me (Maria), Η νύχτα των αποφάσεων
  13. Xristina @Dear e-diary, Μικρές ζωές
  14. Georgette B, Όλα αλλιώς
  15. Μαρία Ν., 

Μικρές ζωές


H Ισιδώρα πέρασε με δυσκολία μέσα από τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί γύρω από το καφενεδάκι του κυρ Μιχάλη. "Chicago γίναμε" άκουσε να λέει δίπλα της ένας ηλικιωμένος κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς αυτός συνέχιζε το παραμιλητό του, "βέβαια τι περιμένεις αφού μαζεύτηκαν εδώ οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ"? "Άκουσα ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Χρωστούσε ο κυρ Μιχάλης. Είχε μπλέξει με τζόγο και τον φάγανε οι τοκογλύφοι" άκουσε να λέει συνωμοτικά μια κυρία στη διπλανή της. Η Ισιδώρα δεν άντεχε να τους ακούει. Σκουντώντας και σπρώχνοντας βρέθηκε μπροστά στην κορδέλα της αστυνομίας που είχε τοποθετηθεί γύρω από το μαγαζί του κυρ Μιχάλη. "Τι συνέβη?" ρώτησε έναν αστυνομικό. "Κάντε πιο πίσω κυρία μου. Είστε σε χώρο εγκλήματος" της απάντησε απότομα ο νεαρός αστυνομικός. "Τι συνέβη?" ξαναρώτησε η Ισιδώρα πιο απότομα αυτή τη φορά. "Είμαι φίλη του ιδιοκτήτη. Είναι καλά? Τι συνέβη? Απαντήστε μου". Ο απότομος νεαρός αστυνομικός μαλάκωσε ξαφνικά."Είστε φίλη του είπατε? Άγνωστοι τον πυροβόλησαν. Δε γνωρίζουμε ακόμα πολλά. Το θύμα έχει μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Η ομάδα μας ερευνά τον χώρο και παίρνει καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες. Ίσως θα μπορούσατε να μας βοηθήσετε και εσείς αφού γνωρίζατε το θύμα. Κάθε λεπτομέρεια είναι σημαντική σε τέτοιες περιπτώσεις. Καλύτερα όμως να μιλήσετε με τον επιθεωρητή που έχει αναλάβει την υπόθεση. Είναι ο αστυνόμος Γεωργίου." είπε ο νεαρός αστυνομικός δείχνοντας της έναν κύριο που στεκόταν δίπλα από την πόρτα του καφενείου και κοιτούσε με ενδιαφέρον το πάτωμα. Έκανε να προχωρήσει προς το μέρος του αλλά μετά πρόσεξε τι παρατηρούσε με τόση προσοχή. Μια λίμνη αίματος  και δίπλα τρεις κάλυκες από σφαίρες. Σφαίρες που ίσως να στερούσαν τη ζωή του Μιχάλη. Του Μιχάλη που δεν είχε φταίξει σε τίποτα αλλά είχε πληρώσει για τα πάντα. 

Πλησίασε αποφασισμένη τον επιθεωρητή και με δυνατή φωνή που τον ξάφνιασε είπε "Γνώριζα το θύμα και θέλω να καταθέσω". Ο επιθεωρητής γύρισε και την κοίταξε απορημένος. Ναι δεν είχε αμφιβολία πώς μπορεί να γνώριζε το θύμα αλλά δεν καταλάβαινε πώς θα μπορούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα να τον βοηθήσει. Η υπόθεση ήταν πολύ περίεργη και αυτός  δεν είχε καθόλου χρόνο για να τον σπαταλήσει σε γέρικες ανοησίες και μοιρολόγια. Παρόλα αυτά κάτι του έλεγε πώς έπρεπε να ακούσει αυτή την ηλικιωμένη με τα όμορφα υγρά μάτια. "Περιμένετε μισό λεπτό" της είπε και προχώρησε στο εσωτερικό του καφενείου για να συνομιλήσει με τους άλλους αστυνομικούς που ερευνούσαν τον χώρο. Η Ισιδώρα που είχε έρθει αποφασισμένη να τα ομολογήσει όλα ξαφνικά δείλιασε και άρχισε να κάνει βήματα προς τα πίσω. Τι θα έλεγε? Ότι ένα κύκλωμα εμπορίας παιδιών αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Μιχάλη? Ότι ένα κύκλωμα τους εκβιάζει? Ένα κύκλωμα στο οποία είναι μπλεγμένη και αυτή? Και η Ελπίδα? Και ο Φώτης και η Νάντια και τόσοι άλλοι? Ένα κύκλωμα που θα τους σκοτώσει εάν τους προδώσει. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι αυτή τη στιγμή σίγουρα την παρακολουθούσαν. Μια κάννη όπλου ήταν σίγουρα στραμμένη πάνω της περιμένοντας τη στιγμή που θα πάει να ανοίξει το στόμα της. Δεν τους φοβόταν, ούτε για τη ζωή της νοιαζόταν πια αλλά μια αρχέγονη δύναμη αυτοσυντήρησης την έκανε να το βάλει στα πόδια. Μπλέχτηκε μέσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί από περιέργεια και άρχισε να τρέχει με πρωτοφανή για την ηλικία της δύναμη.

Αγάπης 33. Καθώς παρκάρανε το αυτοκίνητο η Ελπίδα δε μπόρεσε να μη σκεφτεί το πόσο ειρωνικό ήταν που το σπίτι που ίσως να γινόταν ο τάφος της ήταν στην οδό Αγάπης. Δε το είχε σκεφτεί ποτέ αλλά πλέον ήταν σίγουρη ότι ο Φώτης είχε επιλέξει το συγκεκριμένο σπίτι λόγω της ονομασίας του δρόμου. Ο γλυκός, ρομαντικός της Φώτης. Στη θύμηση του δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. "Οχι" σκέφτηκε "δε μπορείς να λυγίσεις τώρα". Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στην πυλωτή της πολυκατοικίας. Σήκωσε το τρίτο πλακάκι αριστερά του τοίχου με τα ρολόγια μέτρησης της ΔΕΗ και από κάτω βρήκε το κλειδί του διαμερίσματος. Όταν έπιασε το κλειδί στο χέρι της ήταν σαν να επικοινώνησε ξανά με τον Φώτη "Θεέ μου κάνε να είναι ζωντανός" ευχήθηκε καθώς τοποθετούσε το πλακάκι πίσω στη θέση του με προσοχή. Ο Ανέστης την κοιτούσε απορημένος. "Έλα πάμε πάνω" του είπε ζεστά. Θα στα εξηγήσω όλα".

Ανεβήκανε στο τρίτο όροφο και ανοίξανε την πόρτα του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Ανέστης. Περίμενε να αντικρίσει μια γιάφκα, έναν άδειο  χώρο σαν αποθήκη και αντ' αυτού βρήκε έναν χώρο έτοιμο να υποδεχτεί ένα νεόνυμφο ζευγάρι. Ο Φώτης είχε προσέξει και την τελευταία λεπτομέρεια. Είχε ακόμα και κάδρα στους τοίχους. Η Ελπίδα δεν απόρησε με την πληρότητα του σπιτιού. "Ξέρεις, όταν σου έχει λείψει τόσο πολύ ένα σπίτι όσο στα παιδιά που μεγαλώσαμε σε ιδρύματα τότε προσπαθείς να δημιουργείς σπιτικά όπου και εάν πηγαίνεις. Σαν να προσπαθείς να ξορκίσεις το κακό που σου κάνανε. Σαν να προσπαθείς να επανορθώσεις για όλες τις ελλείψεις της παιδικής σου ηλικίας. Κάθισε, έχουμε να πούμε πολλά" του είπε ενώ ταυτόχρονα έψαχνε στα ντουλάπια. Δεν είχε φάει τίποτα εδώ και δύο μέρες. Δεν πεινούσε αλλά ήξερε πώς οι καταστάσεις απαιτούσαν να έχει όλες τις δυνάμεις της. Έβγαλε δυο κονσέρβες με φασόλια, τις άδειασε σε δύο πιάτα και τα έβαλε να ζεσταθούν στο φούρνο μικροκυμάτων. Ζεστό φρεσκομαγειρεμένο φαγητό κονσέρβας για σήμερα! Είπαμε, η ανάγκη για τη ψευδαίσθηση της οικογένειας είναι πολύ έντονη σε μας τα ορφανά" είπε ειρωνικά και με πικρία η Ελπίδα. "Θέλω να μάθω τα πάντα για σένα" της είπε ο Ανέστης καθώς έπαιρνε θέση δίπλα της στο τραπέζι. "Σε τι ιστορία είσαι μπλεγμένη?"

"Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο" ξεκίνησε να αφηγείται η Ελπίδα βάζοντας ταυτόχρονα μια γενναία μπουκιά από φασόλια στο στόμα της. Ο Φώτης και η Νάντια ήταν οι καλύτεροι μου φίλοι. Ορφανοί και αυτοί ή μάλλον καλύτερα αγνώστων στοιχείων! Αυτούς δεν τους πείραζε. Είχαν αποδεχτεί ότι δε θα βρουν ποτέ τους γονείς τους. Νομίζω ότι δεν τους ένοιαζε κιόλας! Εγώ, όμως...Ήθελα να βρω από που κατάγομαι! Τότε ήταν που μπλέχτηκα με τη Λεγεώνα. Μου υποσχέθηκαν ότι θα μου βρίσκαν τους γονείς μου. Ότι ξέρανε ποιοι ήτανε! Εγώ το μόνο που είχα να κάνω ήταν να τους κάνω μια "εξυπηρέτηση". Εγώ τους έμπλεξα και τους άλλους δύο. Αυτοί δε θέλανε να μπλέξουν με τη Λεγεώνα.. Και τώρα μπορεί να είναι και οι δύο νεκροί εξαιτίας μου. Ο Φώτης με παρακαλούσε να το σκάσουμε. Είχε βγάλει ακόμα και πλαστές ταυτότητες για να φύγουμε στο εξωτερικό, να φτιάξουμε τη ζωή μας. Αλλά εγώ δεν ήθελα. Έπρεπε να βρω τις ρίζες μου. Με καταλαβαίνεις?" ρώτησε γεμάτη αγωνία τον Ανέστη. Είχε τόση μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά. Τόσο μεγάλη ανάγκη να της πει κάποιος ότι δε φταίει.

Μη κουνιέστε κύριε Μιχάλη σε λίγο έρχεται ο γιατρός είπε η γλυκιά νοσοκόμα. Είχε αρχίσει να επανέρχεται από τη νάρκωση αλλά ακόμα ήταν ζαλισμένος. Θυμάται ότι κάποιος τον φώναξε και μετά θυμάται έναν οξύ πόνο στη κοιλιά του και κάτι ζεστό να τρέχει ανάμεσα από τα χέρια του. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο νεαρός γιατρός. "Μπορείτε να μας αφήσετε για λίγο μόνους με τον ασθενή, δεσποινίς?". Η νεαρή νοσοκόμα βγήκε αμέσως έξω από το δωμάτιο. "Πώς είναι ο αγαπημένος μου καφετζής?" είπε ο νεαρός  γιατρός και έσκυψε πάνω από τον κυρ- Μιχάλη. "Είσαι σκληρό καρύδι τελικά εσύ" του είπε φιλικά. Αλλά τίποτα πάνω του δεν ήταν φιλικό. Τα μάτια του ήταν ψυχρά και είχε αυτό το παγωμένο βλέμμα που ο κυρ-Μιχάλης είχε συναντήσει πολλές φορές τις τελευταίες μέρες... 




Συνεχίζεται.... από τη Georgette B

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Εν αρχή ην ο γάμος.

Υποσχέθηκα ότι θα σας κρατάω ενήμερους για τις ετοιμασίες του γάμου και θα το κάνω γιατί ξέρω πόσο το λαχταράει η ψυχούλα σας.

Λοιπόν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο πήγαμε στα μέρη μου για να κλείσουμε εκκλησία και κέντρο. Η πεθερούλα έτυχε να είναι Αθήνα αυτές τις μέρες οπότε την πήραμε και αυτή αγκαζέ και την πήγαμε στα συμπεθέρια. Ο γλυκός μου Θ φρόντισε από την αρχή να δείξει την γλυκύτητα του αφού της ξεκαθάρισε της γυναίκας με το που μπήκε στο αυτοκίνητο με τη γλυκιά χοντροφωνάρα του "Μάνα, εσύ μόνο στο κέντρο θα έρθεις. Πουθενά αλλού. Κατάλαβες?" Γλυκούλης και ευγενικός πάνω από όλα ο καλός μου! Έτσι λοιπόν το πρωί πήγαμε οι  δυο μας στο φωτογράφο που μας αρέσει και του κάναμε τους δύσκολους πελάτες  για να κατεβάσουμε την τιμή. Βέβαια αυτό πρέπει να κράτησε  γύρα στα 10'' μέχρι να καταλάβει ο άνθρωπος ότι τα ματάκια μας βγάζουν καρδούλες με τη δουλειά του. Οπότε όπως καταλαβαίνετε καλύτερη τιμή δεν πετύχαμε. Και γενικά εάν θέλετε παζάρια μη με πάρετε μαζί σας. Ντρέπομαι!

Αφού λοιπόν κλείσαμε το φωτογράφο άρχισαν να μας πιάνουν οι τύψεις. Βρε μπας και είναι πολλά τα λεφτά? Μήπως να κοιτάγαμε και αλλού και άλλα τέτοια. Τότε θυμήθηκα ένα φωτογράφο που μου είχανε προτείνει και του λέω δεν πάμε να δούμε έτσι για τη σύγκριση. Πηγαίνουμε στο δεύτερο φωτογραφείο και πετυχαίνουμε ένα νεαρό ο οποίος άρχισε να μας δείχνει με περηφάνια τη δουλειά του σε ένα ψηφιακό άλμπουμ. Τριαντάφυλλα ξεπρόβαλαν ως background . Φωτογραφίες έβγαιναν μέσα από άλλες. Χαμός! Τρεις δεκαετίες πίσω το άλμπουμ. Και αφού λοιπόν αυτός συνεχίζει να μας εκθειάζει το άλμπουμ ,εγώ συνεχίζω να το παίζω ευγενική, πετάγεται ο Θ και τον ρωτάει "το background μπορούμε να το κάνουμε μαύρο? Σκέτο." Με έπιασε ένα σπαστικό γέλιο και έψαχνα αφορμή να φύγω. Οπότε αποφασίσαμε ότι με τον φωτογράφο και τον DJ δεν παίζεις και μείναμε στην αρχική μας επιλογή.

Αφού λοιπόν τα κάναμε όλα αυτά στο μισάωρο είχαμε πλέον χρόνο για καφέ. Όμως εγώ είχα δει κάτι μπομπονιέρες στο facebook ,από μια κοπελίτσα που έχει ένα μικρό μαγαζάκι, που μου φαινόταν πανάκριβες. Ήθελα λοιπόν να πάω να τις δω για να ξεπατικώσω το σχέδιο,να παραγγείλω τα υλικά και μετά να αγγαρέψω γνωστούς και συγγενείς για να συνδράμουν στο θεάρεστο έργο της κατασκευής μπομπονιερών. Τελικά όμως η κοπελίτσα τις δίνει τσάμπα τις μπομπονιέρες!!!! Αφού όταν  μου είπε  την τιμή παραλίγο να λιποθυμήσω από τη χαρά μου! Όπως καταλάβατε ούτε εδώ κάναμε παζάρια...

Το απόγευμα είχαμε να πάμε να δούμε εκκλησίες. Εγώ ήθελα μια μικρή χαριτωμένη εκκλησιά κάτω από το κάστρο και οι γονείς μου μια μεγάλη εκκλησία λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας. Πάμε πρώτα σε αυτή που ήθελα εγώ και δάκρυα χαράς ανεβαίνουν στα μάτια μου. Την εκκλησία την είχαν φτιάξει πολύ πιο όμορφη από ότι τη θυμόμουν. Πέτρινη, με φροντισμένο κήπο και θέα όλη την πόλη. Βρίσκουμε τον παπά, τον ρωτάμε εάν έχει ημερομηνία και τι μας απαντάει ο θεούλης. Ότι δεν κάνει γάμους Σάββατο βράδυ γιατί η Κυριακή είναι η μέρα του Θεού. Δηλαδή όλοι οι άλλοι οι μητροπολίτες, πατριάρχες κτλ που παντρεύουν Σάββατο είναι αμαρτωλοί και μόνο αυτός ο ενάρετος! Αυτό μας είπε και έφυγε. Βέβαια θεωρώ ότι δεν το χειρίστηκα σωστά το θέμα με τον πάτερ. Έπρεπε να βάλω αμέσως τα κλάματα και να βγάλω μια χατζάρα να κάνω χαρακίρι εάν δεν με πάντρευε Σάββατο. Μετανιώνω...

Έτσι με την ουρά στα σκέλια φύγαμε από την εκκλησία με τον άθλιο παπά που βαριέται να κάνει γάμους και πήγαμε στη mainstream εκκλησία που όλοι εκεί θέλουν να παντρευτούν, και σιγά μη βρεις ημερομηνία τέτοια εποχή και πω πω τι όμορφη εκκλησία είναι αυτή (αυτά μου λέγανε οι γονείς μου σε όλο το δρόμο). Εκεί βρήκαμε και ημερομηνία και λογικό παπά. Εγώ συνεχίζω να έχω τις αμφιβολίες μου καθώς είχα φανταστεί το γάμο σε ποιο cozy σκηνικό  αλλά όλοι μου λένε ότι είμαι τρελή που προβληματίζομαι και ότι κανονικά θα έπρεπε να ανάψω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι μου που βρήκα ημερομηνία. 

Τέλος άσχετο με το θέμα γάμος αλλά πρέπει να το γράψω για να θυμηθώ την επόμενη φορά που κάποιος θα μου πει να πάμε σε συναυλία του Χαρούλη να τον βάλω να πιει μια νταμιτζάνα τσικουδιά μονοκοπανιά. Ωραίος δε λέω και φωνάρα ο τύπος αλλά ρε φίλε! Οφού, οφού! Πόση κρητική μουσική να ακούσει ένας άνθρωπος σε ένα βράδυ? Βαρέθηκα! Εντάξει δεν το έχω και πολύ με την κρητική μουσική. Βασικά είναι σαν τη τζαζ. Μπορώ να ακούσω δυο τρία κομμάτια αλλά εάν με βάλεις να ακούω όλο το βράδυ μπορώ να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Άσε που είχε και τρελό κόσμο. Τρελό! Το θέατρο Βράχων δε το έχω ξαναδεί έτσι. Κρεμόμασταν από τα κάγκελα. Εμείς είχαμε βρει μια πολύ (#not) αναπαυτική θέση σε ένα πλατύσκαλο και βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που φόρεσα τζιν. 

Αυτά ήταν τα νέα μου! Ακολουθεί ένα τρελό σαββατοκύριακο στην Εύβοια και μετά μια τρελή εβδομάδα με πρόβες νυφικών...



Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Pride or Bride to be...

Χάθηκα! Το ξέρω. Με έπιασε η Άνοιξη. Λίγο τα πουλάκια που κελαηδούν, λίγο οι πεταλουδίτσες που φτερουγίζουν, λίγο οι μελισσούλες. Κυρίως  οι μελισσούλες. Αυτές που πετάνε από λουλουδάκι σε λουλουδάκι και μεταφέρουν τη γύρη και ανθίζει ο τόπος και κάνουν και άλλα λουλουδάκια. Μωρά λουλουδάκια. Λουλουδάκια? Μωρά?  Εγώ πότε θα γίνω μάνα? Ρε μπας και να κάνουμε κανένα παιδί? Παιδί εκτός γάμου? Γιατί όχι? Και τότε διαβάζω αυτό. Και λέω όχι δε μπορώ να στερήσω το μουσείο του μέλλοντος από την αφεντομουτσουνάρα μου ντυμένη νύφη.

Καθίζω που λέτε τον Θ κάτω και του λέω άκου να δεις. Το και το. Ποιο και ποιο μου απαντάει. Τα λόγια είναι φτώχεια. Το λοιπόν. Εγώ σε ένα χρόνο τριανταρίζω και πότε θα γίνω μάνα? Δεν έχει μα.. Αν μέσα σε μια βδομάδα δεν έρθεις να με ζητήσεις θα βάλω τα αδέρφια μου (που τα 'χω πολλά και μοβόρικα ) να σε κάνουν μαύρο στο ξύλο. Τι τα θες? Και ο άγιος φοβέρα θέλει. Πόσο μάλλον ο Θ, που εντάξει άγιο δεν τον λες.

Έτσι που λέτε καθίσαμε, τα υπολογίσαμε και ώριμα σκεπτόμενοι αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Πότε? Οπότε! Εκεί θα κολλήσουμε τώρα. Χρόνος υπάρχει (από λεφτά ξεμείναμε)! Ο γάμος θα γίνει στον τόπο της νύφης που είναι ονειρικός, βγαλμένος από σκηνικό κινηματογράφου και παραμύθι συνάμα. Ναι ρε στη Ρούμελη... Γιατί δεν είναι παραμυθένια?

Αληθινή ιστορία όλο το παραπάνω. Έτσι ακριβώς όπως τα λέω έγιναν. Μη με βλέπετε εδώ που το παίζω γλυκούλα. Κατά βάθος είμαι μεγάλη bitch! Λοιπόν παντρευόμαστε τον Οκτώβρη! Κλείσαμε κέντρο (που μεταξύ μας ήταν η πιο εύκολη δουλειά γιατί δεν είχαμε επιλογή). Δυο φίλοι των γονιών μου έχουν ένα χώρο εκδηλώσεων και η μαμά μου καθόλου εκβιαστικά μου είπε ότι ή θα παντρευτώ εκεί ή να μην τολμήσω καθόλου! Ξέρω ακούγεται κάπως  αλλά welcome to επαρχία.. Ντάξει είναι λίγο κυριλέ για τα γούστα μας αλλά η τιμή είναι σούπερ κυριλέ οπότε έχω αρχίσει και το βλέπω παλατάκι!!!!

Οπότε όπως καταλαβαίνετε έχουμε λίγα τρεξιματάκια! Που θα μας πάει όμως θα τα οργανώσουμε. Και τον γάμο, και το γαμήλιο ταξίδι και τις καλοκαιρινές διακοπές!  


Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Τον πιάσαμε τον Μάη

Όταν θες να πιάσεις τον Μάη πας στην εξοχή. Συμφωνούμε όλοι? Μαδάς λουλουδάκια, φτιάχνεις στεφάνι και κάθεσαι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο στη σκιά του. Στη σκιά του. Το τονίζω. 

Όπως όλοι, έτσι και εμείς θέλαμε να πάμε χθες μια βόλτα στην εξοχή. Θα ήμασταν μεγάλη παρέα οπότε άντε να συνεννοηθούμε. Πάμε στο Τατόι, λέει ο ένας. Μπα θα γίνεται της κακομοίρας λέει ο άλλος. Πάμε στο Πάρκο Τρίτση λέει ο άλλος. Μπα θα έχει πάει και η κουτσή Μαρία λέει ο παράλλος. Πάμε στην Καισαριανή πετάγεται και λέει κάποιος άλλος. Πώς θα περάσουμε από το κέντρο, θα είναι κλειστό , αντικρούει αμέσως ένας άλλος. Πάμε προς παραλία λέω εγώ. Ναι, εξαιρετική ιδέα, κανένας άλλος δε θα το έχει σκεφτεί, απαντάνε όλοι μαζί. Και όχι δεν με ειρωνευόταν. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε προς παραλία για πικ νικ. Φτιάξαμε τα κεφτεδάκια μας, τα τυροπιτάκια, μας, τις λιχουδιές μας, πήραμε ψάθες, νερά, αναψυκτικά και ξεκινήσαμε. Είχα ονειρευτεί καρό τραπεζομάντιλο κάτω από ένα δέντρο και από μακριά να ακούγεται ο παφλασμός των κυμάτων. Κατά πως φάνηκε το ίδιο είχαν ονειρευτεί πολλοί.

Κάναμε 2,5 ώρες να φτάσουμε στην Βάρκιζα. Σταματημένοι στην κίνηση να πηγαίνουμε σημειωτόν. Ο ένας να κατουριέται, η άλλη να διψάει, η άλλη να πεινάει. Και όλοι μαζί να γκρινιάζουν. Όχι όλοι μαζί. Μόνο όσοι ήταν στο δικό μου αυτοκίνητο. Συνολικά ήμασταν τρία αυτοκίνητα αλλά εγώ έτυχα να πάω με τον γκρινιάρη οδηγό. Ο κακόμοιρος οδηγάει κάθε μέρα 2 ώρες για να πάει στη δουλειά του. Οπότε το μόνο πράγμα που μας είχε πει πριν ξεκινήσουμε είναι ότι δε θέλει να οδηγήσει πολύ. Δύο ώρες μετά χτύπαγε το κεφάλι του στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Κυριολεκτικά. Μας κοιτούσαν από τα δίπλα αυτοκίνητα και γελούσαν. Έβλεπε στην άκρη του δρόμου μια συστάδα δέντρων και έλεγε "να εδώ είναι πολύ ωραία, εδώ να στρώσουμε". Στις 2  ώρες και ένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά σε ένα παράδρομο και αρνούνταν να ξαναμπεί μέσα. Σταμάτησαν και τα άλλα αυτοκίνητα της παρέας και γελούσαν μαζί του. Αυτόν τον είχε πιάσει αμόκ, να λέει ότι δεν οδηγάει ούτε ένα λεπτό ακόμα και οι άλλοι να γελάνε και να προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Οπότε τι κάνεις σε μια τέτοια κατάσταση? Ανοίγεις το πορτμπαγκάζ, βγάζεις ένα σαντουιτσάκι και αρχίζεις να το τρως. Με είχε κόψει η πείνα ρε παιδιά τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού λοιπόν έφαγα το σαντουιτσάκι μου, και άκουσα όλη την στιχομυθία της γκρίνιας, έβγαλα άλλο ένα σαντουιτσάκι και το έδωσα στον γκρινιάρη οδηγό. Τελικά η ηρεμία περνάει από το στομάχι. Ο γκρινιάρης οδηγός δέχτηκε να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο αλλά με την προϋπόθεση ότι θα κάτσουμε στην πρώτη παραλία που θα βρούμε.

Η πρώτη παραλία που βρήκαμε ήταν όμορφη αλλά δεν είχε ούτε μισό δεντράκι. Ευτυχώς μια φίλη μου (που την κορόιδευα κιόλας για αυτό) είχε προνοήσει και είχε πάρει μαζί της δυο ομπρέλες. Οπότε τις ανοίξαμε, στρώσαμε τα κιλίμια μας, αραδιάσαμε τα φαγητά μας και τελικά περάσαμε όμορφα. Τόσο όμορφα που δεν θέλαμε να φύγουμε και κάτσαμε στην παραλία 6 ώρες. Μη ξεχνιόμαστε, 6 ώρες σε μια παραλία χωρίς σκιά, με δυο ομπρέλες για 12 άτομα και χωρίς προοπτική να βουτήξουμε στη θάλασσα.

Κατά τις οχτώ είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, εμείς είχαμε μαζέψει βιταμίνη D για 10 ζωές και έτσι φύγαμε. Μόλις γύρισα σπίτι έκανα ένα μπανάκι και ξάπλωσα για πέντε λεπτάκια στο κρεβάτι. Ξύπνησα σήμερα το πρωί. Αφού σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια, κοιτάζομαι στο καθρέφτη του μπάνιου και παρατηρώ ότι η δεξιά πλευρά του προσώπου μου έχει γίνει πουά με κόκκινες βούλες. Plus ένα ελαφρύ πρηξιματάκι. Ξυπνάω κατευθείαν τον Θ να με δει για να μου πει εάν είμαι σοβαρά και εάν είμαι σε κατάσταση να εργαστώ (ήλπιζα να μου πει κοιμήσου), εκείνος με κοιτάει με τα αγουροξυπνημένα του μάτια με ρωτάει εάν έφαγα κάτι που με πείραξε και μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του. Μετά από δέκα λεπτά τον ξαναξυπνάω για να τον ρωτήσω εάν το κάλυψα με το μακιγιάζ και μου λέει "Έλα ρε συ, γιατί με ξύπνησες πάλι? Είχα παραγγείλει και πάνω που θα ερχόταν το delivery". Έχει αρχίσει δίαιτα και έχει πέσει πείνα και των γονέων. Ο πεινασμένος delivery ονειρεύεται.



Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Μια φορά και έναν καιρό ήταν το Πάσχα

Φέτος για το Πάσχα είχαμε αποφασίσει να πάμε στο πατρικό του Θ. Αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, η αδερφή μου γελά. Αποφάσισε να γεννήσει Μ. Τετάρτη. Έτσι αντί να πάμε όλοι μαζί στο πατρικό του Θ, πήγε μόνος του και εγώ έφυγα για το δικό μου πατρικό για να πάω να δω την Sisterούλα που γέννησε το τρίτο της παιδάκι. Τρεις γέννες έχει κάνει και σε καμία δεν ήμουν εκεί. Την πρώτη φορά είχα πάρει άδεια 3 μέρες, περίμενα να γεννήσει, περίμενα, περίμενα, τίποτα. Μου τελείωσε η άδεια και γύρισα Αθήνα. Ξημερώματα της ίδιας ημέρας που γύρισα Αθήνα με πήρανε τηλέφωνο ότι είναι στο μαιευτήριο. Ξανά άδεια και πάλι πίσω. Στο δεύτερο παιδάκι της, περιμέναμε να γεννήσει με 3 βδομάδες διαφορά με την κουμπάρα μου. Αποφασίζω και εγώ να πάω στην αδερφή μου που είχε ημερομηνία τοκετού πρώτη. Παρασκευή πήγα στην Sis, Σάββατο με πήραν τηλέφωνο από Αθήνα ότι γέννησε η κουμπάρα μου. Κυριακή έφυγα για Αθήνα να δω την κουμπάρα μου, Τρίτη με πήρανε τηλέφωνο ότι γέννησε η αδερφή μου. Γενικά δεν το έχω! Κάθε φορά που γεννάει κάποια εγώ λιώνω στα χιλιόμετρα.

Το σερί δεν άλλαξε ούτε φέτος. Δευτέρα του Πάσχα υπολόγιζα να πάω στο πατρικό μου, Μεγάλη Τετάρτη γέννησε η αδερφή μου. Έτσι λοιπόν αφού πέρασα τρεις μέρες και δυο νύχτες στο μαιευτήριο να εκτελώ χρέη μαίας την Παρασκευή έφυγα με το ΚΤΕΛ για το πατρικό του Θ. Πέρασα από βουνά, λίμνες, ποτάμια και λαγκάδια και στο τέλος έφτασα στα Γιάννενα για να πάρω και δεύτερο ΚΤΕΛ και μετά από 8 ώρες να φτάσω επιτέλους στον προορισμό μου. Δεν πειράζει όμως που ταλαιπωριέμαι εγώ αρκεί που όλα πήγαν καλά και το  bebe είναι πιο πάνω από όμορφο (ναι είμαι κουκουβαγιοθεία και το παραδέχομαι).

Στο πατρικό του Θ περάσαμε όμορφα. Ψήσαμε, φάγαμε, ξεπαγιάσαμε... Εγώ είχα πάρει ρούχα θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη και εκεί ο καιρός ήταν βρέχει πάλι απόψε στη μικρή τη γειτονιά. Μέχρι και χαλάζι έριξε! Τη μέρα του επιταφίου φορέσαμε τα μεταξωτά και να φυσάει και πήγαμε στην εκκλησία. Με το που φτάσαμε άρχισε να ψιχαλίζει. Εγώ σαν sweety που είμαι έπιασα αμέσως ένα υπόστεγο και πρόσεχα μην βραχούν οι μπαλαρίνες μου. Τότε ξαφνικά πιάνει μια βροχή από αυτές που σκέφτεσαι να χτίσεις Κιβωτό. Και τότε όλοι βρέθηκαν να στριμώχνονται μαζί μου στο υπόστεγο. Μετά από λίγο η βροχή κόπασε και αποφάσισαν να βγάλουν τον επιτάφιο για την περιφορά. Βγαίνει ο επιτάφιος, βγαίνουν και οι πιστοί. "Πάμε και εμείς" μου λέει η πεθερά-to be. "Μπα, θα σας περιμένω εδώ" λέω η αθεόφοβη. Και τότε, με το που βγήκε και ο τελευταίος πιστός από την εκκλησία, ρίχνει ένα χαλάζι. Κορόμηλο! Που σε πονεί και που σε σφάζει. Τρέχαν οι πιστοί να κρυφτούνε και μείναμε οι αθεόφοβοι να γελάμε κάτω από τα μουστάκια μας (και κάτω από το υπόστεγο μη ξεχνιόμαστε) στεγνοί και καθαροί.

Έτσι όμορφα κύλησαν οι μέρες μας και ήρθε η ώρα να φύγουμε. Είχαμε να συνεχίσουμε το tour που είχαμε ξεκινήσει στην ελληνική ύπαιθρο. Επόμενος σταθμός Θεσσαλία. Δυο φίλοι παντρευόταν και δεν μπορούσαμε να λείψουμε! Ο γάμος πολιτικός και άκρως εναλλακτικός. Για να καταλάβετε μετά το φαγητό αντί να σύρουμε τον χορό παίξαμε ποδόσφαιρο! Και έτσι αφού τους παντρέψαμε και αυτούς πήγαμε στο πατρικό μου για να κάνουμε γούτσου γούτσου τον μπέμπη. Αλλά αντί για γούτσου γούτσου, βρεθήκαμε να το παίζουμε παντρεμένοι με παιδιά. Τα ανιψάκια μου. Των οποίων, λόγω των γεγονότων, είχα πάρει την προσωρινή επιμέλεια. Πήγαμε σε κούνιες, πήγαμε σε καφέ με παιδότοπο, πήγαμε στο γήπεδο να παίξουμε μπάλα. Διαγώνισμα για το πόσο καλός πατέρας θα γίνει ήταν αυτό για τον Θ και όχι διήμερο. Για την ιστορία θα σας πω ότι κόπηκε. Το απόγευμα, ήταν η ώρα για το φρούτο τους. Άντε πείσε τώρα εσύ ένα κακόφαγο τετράχρονο και ένα κακόφαγο δίχρονο να φάνε το μήλο τους. Ο Θ είχε κουραστεί από το πρωί με τα πιτσιρίκια και είχε βρει μια τρύπα για να χωθεί. Εγώ για να τα ταΐσω σκέφτηκα να τους βάλω στρουμφάκια. Παίρνω τηλέφωνο τον Θ (στην έπαυλη που ζούμε μόνο με τηλέφωνο επικοινωνούμε εμείς) και του λέω να μου κατεβάσει το ipad και τα μήλα. Περνάνε 5', τίποτα. Περνάνε 10', τίποτα. Στα 15' ανέβηκα μόνη μου να τα πάρω και τον βρήκα να χαριεντίζεται με ένα φίλο του στο skype. "Δεν κατάλαβα ότι τα θες τώρα". Όχι  φίλε μου, τα ζήτησα τώρα για να τα αφήσω να ωριμάσουνε να τα κάνω κομπόστα. Με άφησε μόνη μου ο αχαΐρευτος με δυο πιτσιρίκια να μην έχω τι να τα κάνω. Ευτυχώς είχα την στρουμφίτα σύμμαχο και ευτυχώς δεν χέστηκε κανένα.

Φεύγοντας στον δρόμο προς Αθήνα μου λέει "Ωραία ήτανε. Πλάκα είχανε τα πιτσιρίκια. Εμείς πότε θα κάνουμε ένα να το προσέχεις?" Ε, τώρα τι του λες?





Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Εντό στο Πακιστάν όλα καλά..

Κάποιοι φίλοι μου έχουν ένα μικρό μαγαζάκι με μικροπράγματα από αυτά που έχουν τα πάντα το πολύ τρία ευρώ. Αποφάσισαν λοιπόν, για τις άγιες τούτες μέρες του Πάσχα να φτιάξουν λαμπάδες και να τις πουλάνε κοψοχρονιά. Και για να φτιάξεις φθηνές λαμπάδες δυο πράγματα χρειάζεσαι. Φθηνά υλικά και φτηνά εργατικά χέρια. Και όταν χρειάζεσαι φτηνά εργατικά χέρια δύο επιλογές έχεις. Ή πας στο Πακιστάν ή αγγαρεύεις τους φίλους σου. Tώρα ποιος φυσιολογικός έμπορος επιλέγει εμάς για να φτιάξουμε τις λαμπάδες που θα πουλάει στο μαγαζί του? Αυτό είναι ένα άλλο θέμα που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Εγώ ως γνωστόν δεν το έχω πολύ με τα καλλιτεχνικά. Αλλά φαντάσου ότι σε αυτή την ομάδα εργασίας ήμουν η καλύτερη. Στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος συνήθιζε να λέει η μαμά μου. Βασικά δεν ήμουν τόσο η καλύτερη όσον αφορά την πρωτοτυπία και την καλλιτεχνία (δε ξέρω καν  να κάνω φιόγκους, καταλαβαίνετε επίπεδο) αλλά ήμουν γρήγορη. Και αυτό εντό στο Πακιστάν πολύ το εκτιμάει το αφεντικό!Έτσι λοιπόν εκεί που οι άλλοι είχαν φτιάξει μισή λαμπάδα και έψαχναν να βρουν τι χρώμα κορδέλα ταιριάζει στην πορτοκαλί πεταλούδα εγώ είχα φτιάξει ήδη πέντε λαμπάδες και προχωρούσα προς την έκτη. Και αυτό εντό στο Πακιστάν πολύ το εκτιμάει το αφεντικό! Οχι, όχι δε δούλευα κάτω από πίεση. Αφεντικό καλό, μου έντωσε λίγο νερό μετά από ντίο ώρες...

Η φίλη μου είχε φτιάξει ένα σωρό καλούδια και τα είχε αραδιάσει πάνω στο τραπέζι για να φάμε εμείς τα φτηνά, εργατικά, λιμασμένα χέρια. Παρόλα αυτά το αφεντικό δε με άφησε να φάω μπουκιά. Έπρεπε να βγει η παραγωγή και δεν προλάβαινα. Έβγαλα 60 λαμπάδες σε 3 ώρες. Αλλά παράπονο δεν έχω. Στο τέλος μου δώσανε να φάω μια φέτα τσουρέκι Τενκερλή. Γιατί άμα δε φας στις 12:00 τα μεσάνυχτα  τσουρέκι τίγκα στην σοκολάτα, πώς θα τα χάσεις τα τρία κιλά μου λες?

Τελοσπάντων το θετικό είναι ότι οι λαμπάδες μου κάνουν θραύση. Σκέφτομαι να το κάνω επάγγελμα. Ειδικά μετά από μια επίσκεψη που έκανα στο Attica και είδα να πουλάνε λαμπάδα όμοια με τη δική μου στα 19,95€, έτοιμη είμαι να αγοράσω πάγκο και τον στήσω Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου γωνία. Τώρα ειδικά που έφτιαξα για πρώτη φορά και τσουρέκια, θα τον εξελίξω τον πάγκο. Λαμπάδες και τσουρέκια μαζί!

Ελπίζω να καταλάβατε ότι όλη αυτή η ανάρτηση έγινε για να αυτοθαυμαστώ που έφτιαξα για πρώτη φορά τσουρέκια και μου πέτυχαν! Βγήκαν βέβαια λίγο μικρά (το 1/5 από ένα κανονικό τσουρέκι εμπορίου) αλλά τι θες κύριε? Κάνουμε δίαιτα για αυτό τα έκανα έτσι. Όχι επειδή νόμιζα ότι θα φουσκώσουν στο φούρνο 5 φορές πάνω... Ο Θ μόλις έφαγε από τα τσουρέκια μου αναφώνησε με την γλυκύτητα που τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο: "Είναι υπέροχα... Μα φυσικά, έχεις καταπληκτική συνταγή για να μου τα κάνεις τσουρέκια. Έχεις προϋπηρεσία πια..."

Και αυτή ήταν η τελευταία μπουκιά που έφαγε. Γενικώς....



Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Τα γενέθλια του Θ.

Θυμάστε μια ιστορία που γράφαμε πριν λίγες μέρες (για τον Στέλιο και την Βάσια)? Ε, λοιπόν αποφασίσαμε να το κάνουμε e-book και να το μοσχοπουλήσουμε διαθέτοντας το δωρεάν. Για αυτόν τον λόγο μου ζήτησαν μια φωτογραφία μου για να μπει δίπλα από το βιογραφικό μου. Πάω λοιπόν χθες σπίτι, ανοίγω τον υπολογιστή και άρχισα να ψάχνω για μια φωτογραφία που να αχνοφαίνομαι. Που κατέληξα? Ότι δεν έχω. Σε όλες κοιτάω καρφί την κάμερα και έχω και το χαμόγελο της Colgate. Δηλαδή έλεος. Παντού σε όλες τις φωτογραφίες πρώτη μουρή είμαι η ψωνάρα. Μπροστά εγώ και από πίσω να αχνοφαίνονατι οι υπόλοιποι. Βέβαια για αναζήτηση φωτό προφίλ ξεκίνησε σε νοσταλγία κατέληξε. Είδα φωτογραφίες από πέρυσι το καλοκαίρι και θυμήθηκα πόσο υπέροχα είχαμε περάσει! Είδα φωτογραφίες από παλιούς γάμους φίλων. Είδα φωτογραφίες από τα περσινά μου γενέθλια και θαύμασα την τούρτα μου η οποία δεν συγκρίνεται βεβαίως βεβαίως με την καταπληκτική (ακούς Νάσια?) τούρτα που έφτιαξα φέτος για τα γενέθλια του Θ.

Γινόταν 33 φέτος το καμάρι οπότε αποφασίσαμε να το γιορτάσουμε αναλόγως. Χωρίς ξέφρενα πάρτι, χορούς και πιοτί. Είπαμε να καλέσουμε "λίγους" φίλους για φαγητό την Κυριακή. Όχι πολλούς, 20 ατομάκια! Και πότε μου το λέει ο Θ ότι ο αριθμός από 10 αυξήθηκε σε 20? Το Σάββατο το βράδυ! Oh Yeah...Θα φάμε ποδαράκια Χριστίνας με αέρα κοπανιστή Μυκόνου. Ευτυχώς που με το φαγητό σε συγκεντρώσεις με διακατέχει μια υπερβολή και ευτυχώς που η μαμά μου έχει το Κατοχικό σύνδρομο οπότε μου είχε τιγκάρει την κατάψυξη με κρέατα. Και ευτυχώς που είχα πάρει πλαστικά πιάτα , γιατί αλλιώς μας έβλεπα να περιμένουμε να πλύνουμε το πιάτο του πρώτου  για να φάει ο δεύτερος... Ωραία περάσαμε πάντως! Γελάσαμε, σβήσαμε κεράκια και κλάψαμε με ένα πολύ όμορφο δώρο... 

Μέσα σε ένα φάκελο ένα ζευγάρι φίλων μας είχε βάλει μια φωτοτυπία. Φαντάστηκα ότι θα είναι κάτι από κανένα site προσφορών και βιαζόμουν να δω τι είναι. Μασάζ ή ξενοδοχείο για Σαββατοκύριακο ήταν οι δύο επικρατέστερες επιλογές μέσα στο μυαλό μου. Αντ' αυτού οι φίλοι μας είχανε βάλει μέσα ένα υπερηχογράφημα!!! Η φίλη μου είναι έγκυος!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Και εγώ είμαι καταχαρούμενη γιατί της αξίζει πάρα πολύ! Αν και για να πω την αλήθεια στην αρχή σοκαρίστηκα. Πολύ! Παίζει να τους πήρε και μισή ώρα για να με πείσουν ότι δεν μου κάνουν πλάκα...Αυτή η φίλη μου είναι από τα τελευταία άτομα που περίμενα να γίνει άμεσα μητέρα. Έπεσε το τελευταίο μου οχυρό!

Και τότε ρίξανε τον κλήρο
και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα είναι ο επομενός
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα είναι ο επομενός
οεοέ οε οε 

Κι ο κλήρος πέφτει στη Χριστίνα 
κι ο κλήρος πέφτει στη Χριστίνα
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσα 
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσα 
οεοέ οε οε

Δεν υπήρξε ένας που να του το πω και να μη μου είπε "και στα δικά σου..." -παύση, πονηρό χαμογελάκι- "και γρήγορα, τι κάθεσαι?". Με αποκορύφωμα την μάνα μου που της λέω στο τηλέφωνο "Μάντεψε , ποια είναι έγκυος?". "Εσύ" μου απαντάει γεμάτη χαρά.

Πάει, δεν υπάρχει σωτηρία!





Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Που πάει ο έρωτας όταν φεύγει?

Πόσο υποκειμενικός είναι ο έρωτας? Δεχόμαστε όλοι το ίδιο σαν έρωτα? Ή άλλο δέχομαι εγώ και κατά πάσα πιθανότητα άλλο εσείς. Πέρασε πολύ καιρός για να καταλάβω ότι πρέπει να σταματήσω να συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους. Άλλο θεωρώ εγώ υπέρτατο έρωτα και άλλο κάποια φίλη μου. Για παράδειγμα το μέγιστο που μπορώ να ερωτευτώ εγώ μπορεί να είναι το ελάχιστο κάποια άλλης. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί στα συναισθήματα εγώ μπορεί να είμαι πιο ουσιαστική. Αλλά και πάλι, πόσο αντέχει ο άνθρωπος ερωτευμένος? Μπορεί να αντέξει ο έρωτας στον χρόνο ή απλά μετουσιώνεται σε αγάπη? 

Εγώ για παράδειγμα έχω συνδυάσει τον έρωτα με πόνο. Όταν είμαι υπερβολικά ερωτευμένη πονάω. Γιατί δεν αντέχω την ανασφάλεια του έρωτα. Γιατί δεν αντέχω τα συμπτώματα του έρωτα. Την αδυναμία συγκέντρωσης σε οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτόν. Την ανυπομονησία πάνω από το τηλέφωνο για το πότε θα χτυπήσει.Το στομάχι μου που είναι κόμπος. Το γεγονός ότι όλα τα άλλα τριγύρω μου, μου μοιάζουν ασήμαντα.

Προχθές πήγα για καφέ με μια φίλη μου η οποία, μετά από πολύ καιρό που ήταν μόνη της, γνώρισε κάποιον και πλέον πλέει σε ροζ πελάγη ευτυχίας. Όση ώρα ήμασταν για καφέ το τηλέφωνο της  χτύπησε τρεις φορές. Όση ώρα ήμασταν για καφέ το τηλέφωνο μου χτύπησε μία. Τις φορές που χτύπησε το τηλέφωνο της ήταν ο κος Ζούζουνος που του έλειπε η Ζουζουνίτσα του. Την φορά που χτύπησε το τηλέφωνο μου ήταν ο Θ που του έλειπαν τα τσιγάρα του. Όταν φύγαμε από την καφετέρια η φίλη μου μου είπε "είναι το μωρό μου σπίτι και βιάζομαι, λέω να πάρω ταξί". Εγώ της είπα "είναι ο Θ σπίτι λέω να περπατήσω".

Περπατώντας συνειδητοποίησα ότι σχεδόν την ζήλευα. Για όλα αυτά που, ναι εγώ τα έχω κάνει, αλλά ζήλευα που δε θα τα ξανακάνω. Μου λείπουν όλα αυτά τα "η πρώτη φορά". Η πρώτη φορά που θα φιληθείτε, η πρώτη φορά που θα βγείτε ραντεβού. Η αμηχανία. Τα ντροπαλά αλλά και τα τόσο υποσχόμενα βλέμματα των πρώτων ημερών. Το άγχος για να είσαι τέλεια. Η αγωνία για το αν τελικά σε θέλει και η επιβεβαίωση αμέσως μετά. Τα συναισθήματα που είναι τόσο έντονα στις αρχές. Τα πρώτα Σαββατοκύριακα, που διαλέγεις προσεχτικά τα ρούχα που θα πάρεις μαζί.Τις πρώτες φωτογραφίες που θα βγάλετε μαζί. Τις πρώτες του ατάκες που σου δείχνουν ότι η σχέση σας θα έχει μέλλον.

Μου λείπει το παιχνίδι.

Και γίνεται να μένεις με κάποιον χωρίς να είσαι ερωτευμένος? Αρκεί να τον αγαπάς? Μήπως αυτό ήταν? Μήπως ξεφούσκωσε? Μήπως είστε μαζί από συνήθεια? Και ουπς, κάνεις πάλι το ίδιο λάθος. Σκέφτεσαι, οι άλλοι τι νιώθουν? Είναι ερωτευμένα όλα αυτά τα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί και απλά εμείς είμαστε η εξαίρεση? Και μετά ξαφνικά τσακώνεστε και για την υπόλοιπη μέρα είσαι χάλια. Αδυνατείς να συγκεντρωθείς  σε οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτόν. Στέκεσαι ανυπόμονα πάνω από το τηλέφωνο και περιμένεις να χτυπήσει. Το στομάχι σου είναι κόμπος και όλα τα άλλα τριγύρω σου, σου μοιάζουν ασήμαντα.

Και μήπως τελικά αυτά τα συμπτώματα μοιάζουν πολύ σε έρωτα?



Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Δεκαπέντε συν ένας μπλόγκερς ... Πεπρωμένο


Για πρώτη φορά θα γράψω μυθιστορηματικά (για αυτό μη με πάρετε με τις πέτρες). Η παρακάτω ιστορία είναι το έβδομο μέρος μιας σκυταλοδρομίας μυθοπλασίας μεταξύ μπλόκερς. Με σειρά εμφάνισης σας παρουσιάζω τη συγγραφική ομάδα (ως τώρα):

  1. Πέτρος: Μια συνάντηση
  2. @ριστέα: Ακολουθώντας το ένστικτο
  3. Χριστίνα: Ακατανίκητη έλξη
  4. Κατερίνα Βαλσαμίδη: Η παρεξήγηση
  5. Έλενα Λ: Χάθηκαν όλα;
  6. Εκφράσου: Η συμφιλίωση

Πεπρωμένο

Ήταν χαρούμενη. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ήταν ξανά χαρούμενη. Μόλις είχε φύγει από το σπίτι του Στέλιου. Έπειτα από τρεις μέρες έπρεπε επιτέλους να πάει και λίγο σπίτι της. Πάνω της είχε ακόμα την μυρωδιά του. Λάτρευε τον τρόπο που μύριζε. Την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά του. Ήταν σίγουρη ότι θα αναγνώριζε την μυρωδιά του ακόμα και με κλειστά μάτια. Σταμάτησε στο φανάρι και περίμενε να ανάψει πράσινο για να περάσει απέναντι όταν ξαφνικά ένιωσε ξανά εκείνη την γνωστή ζάλη. Πιάστηκε από την κολόνα δίπλα της και ανάσανε βαθιά. Αυτές οι ζαλάδες είχαν γίνει όλο και πιο έντονες τελευταία. "Ίσως έχει δίκιο ο Στέλιος, πρέπει να πάω να κάνω εξετάσεις. Ο αιματοκρίτης μου θα είναι στα πατώματα" σκέφτηκε. Ήταν και εκείνο το λιποθυμικό επεισόδιο που την είχε θορυβήσει. "Αύριο το πρωί θα πάω για εξετάσεις" αποφάσισε και μπήκε στο κατάστημα στο οποίο από καιρό είχε προσέξει ένα φόρεμα στην βιτρίνα. Σήμερα θα βγαίνανε μαζί για πρώτη φορά. Ήταν περίεργο το πόσο ανάποδα τα είχανε κάνει όλα. Είχαν κοιμηθεί μαζί, είχαν τσακωθεί και ακόμα δεν είχαν βγει ένα πρώτο ραντεβού.

Είχε αρχίσει από νωρίς να ετοιμάζεται για το βράδυ. Δεν ήξερε που θα πηγαίνανε, ήταν έκπληξη της είχε πει. Εκείνη είχε φορέσει το καινούριο της πράσινο φόρεμα και είχε αφήσει τα μαλλιά της λυτά πάνω στους ώμους της. Στις 9 ακριβώς άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας. "Κατεβαίνω" φώναξε στο θυροτηλέφωνο ενώ έκλεινε κιόλας πίσω της την πόρτα. Ήταν έτοιμη από ώρα, είχε άγχος λες και ήταν 16 και έβγαινε πρώτο ραντεβού. Κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη του ασανσέρ και γέλασε με τον εαυτό της "γιατί έχεις άγχος ρε χαζή? Σε έχει ξαναδεί" θύμισε στον εαυτό της. Στην αυλή του σπιτιού την περίμενε ο Στέλιος. Με το που την είδε σάστισε, τόσες μέρες την είχε συνηθίσει πιο απλή και ξαφνικά είδε μπροστά του μια άλλη Βάσια. "Είσαι πολύ όμορφη" της ψιθύρισε στο αυτί και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. "Μόνο στο μάγουλο?" του είπε εκείνη κοιτάζοντας τον πονηρά. "Πρώτο ραντεβού, είπαμε. Μη με πεις και λιγούρη". Μπήκανε μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκινήσανε. "Πού θα πάμε? τον ρώτησε. "Είπαμε, έκπληξη" της απάντησε εκείνος. Μετά από μια σύντομη διαδρομή φτάσανε έξω από το μαγαζί του κυρ- Μιχάλη. Ο Στέλιος βγήκε από το αυτοκίνητο και με συνωμοτικές κινήσεις της έκανε νόημα να κάνει ησυχία. "Τι γίνεται? Τι κάνουμε εδώ?" τον ρώτησε χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. "Θα παραβιάσουμε το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Έχε μου εμπιστοσύνη" της είπε και έβγαλε από την τσέπη του μια αρμαθιά κλειδιά. Η Βάσια κοίταξε ανήσυχη δεξιά, αριστερά. "Τι κάνω" σκέφτηκε. "Που έχω μπλέξει? Και εάν είναι τρελός? Και εάν είναι εγκληματίας?" Κρύος ιδρώτας είχε αρχίσει να την λούζει και πάνω που ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, ο Στέλιος άνοιξε την πόρτα από το καφενεδάκι. Μια γλυκιά μουσική ξεχύθηκε από μέσα. Πάνω στο ασπρόμαυρο πάτωμα ήταν σκόρπια δεκάδες κεριά και στο κέντρο ένα μοναδικό τραπέζι περίμενε τους ξεχωριστούς του καλεσμένους. Η Βάσια ήταν άφωνη. "Πότε τα έκανες όλα αυτά?"αναρωτήθηκε. "Ουφ ευτυχώς , δεν έπιασε φωτιά δε λες! Το είχα ένα άγχος. Ευτυχώς ο κυρ Μιχάλης έχει καλή ασφάλεια πυρός" της είπε γελώντας και την σήκωσε στον αέρα. "Ήθελα στο πρώτο μας ραντεβού να έρθουμε εδώ. Εδώ που σε γνώρισα." της είπε και την φίλησε με πάθος.

Είχε περάσει σχεδόν μια εβδομάδα από εκείνο το βράδυ στο καφενείο. Μια εβδομάδα που κύλησε σχεδόν σαν όνειρο. Με αυτούς του δυο να κάνουν βόλτες , να βλέπουν ταινίες και να μιλάνε. Ποτέ στη ζωή της δεν πίστευε ότι θα έβρισκε κάποιον με το οποίον θα είχε τόσα θέματα να συζητάει. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα έβρισκε κάποιον που θα την κάνει να γελάει τόσο συχνά. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα γινόταν χαρούμενη απλά και μόνο μαγειρεύοντας σε κάποιον. Εκείνη την μέρα ήταν ήδη μεσημέρι και η Βάσια μαγείρευε στο σπίτι του Στέλιου. Από τότε που τα ξαναβρήκανε δε θυμάται να είχε κοιμηθεί κάποιο βράδυ σπίτι της. Είχε μόλις βάλει το γιουβέτσι στο φούρνο όταν χτύπησε το κινητό της. "Ναι, παρακαλώ η κυρία Νικολάου?" την ρώτησε μια ευγενική φωνή στο τηλέφωνο. "Η ίδια" απάντησε. "Σας τηλεφωνούμε από το μικροβιολογικό κέντρο που κάνατε τις εξετάσεις πριν λίγες μέρες. Φαίνεται ότι κάτι δεν πήγε καλά στις εξετάσεις σας. Θα μπορούσατε να έρθετε να κάνετε μια επαναληπτική εξέταση? Μην ανησυχείτε δεν είναι τίποτα" άκουσε να της λέει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής αλλά αντί να την καθησυχάσει την ανησύχησε περισσότερο. "Μπορείτε να μου πείτε τι συμβαίνει?" την ρώτησε επίμονα η Βάσια. "Τίποτα σοβαρό. Ελάτε όμως από εδώ αύριο κιόλας. Κάποιο πρόβλημα με τα λευκά σας" της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνη την ώρα μπήκε μέσα στο σπίτι ο Στέλιος και έτσι όπως την είδε χλωμή ανησύχησε "Είσαι καλά? την ρώτησε. Η Βάσια ετοιμάστηκε να του πει τα πάντα, για το τηλεφώνημα , για τις εξετάσεις για όλα, αλλά εκείνη την ώρα το μάτι της έπεσε σε μια φωτογραφία που είχαν βγάλει οι δυο τους πριν δυο μέρες. Φαινόταν τόσο χαρούμενοι και οι δύο. Αμέσως μετά το μάτι της έπεσε στην άδεια κορνίζα πάνω στο ξύλινο σκαλιστό έπιπλο. "Ναι, μια χαρά. Απλά δεν πέτυχα το φαγητό και στεναχωρήθηκα" του απάντησε και αμέσως του χαμογέλασε.

Τις επόμενες μέρες ο Στέλιος τις πέρναγε στη δουλειά και η Βάσια στην πολυκλινική κάνοντας εξετάσεις. Ακόμα δεν του είχε πει τίποτα. Ήθελε πρώτα να το σιγουρέψει. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει χωρίς λόγο. Εκείνο το πρωί εκείνος έφυγε όπως πάντα και την φίλησε απαλά στο μάγουλο για να μην την ξυπνήσει. Ένα λεπτό μετά σηκώθηκε και εκείνη. Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Θα έπαιρνε τα αποτελέσματα των εξετάσεων και θα ήξερε επιτέλους τι είχε ακριβώς. Είχε ραντεβού στις 10 με τον γιατρό αλλά δεν άντεχε να περιμένει. Ντύθηκε γρήγορα, φόρεσε για γούρι το μπλε φουλάρι που φορούσε την ημέρα που τον γνώρισε, και πήγε στην πολυκλινική. Δεν περίμενε πολύ στην κρύα αίθουσα αναμονής όταν η γραμματέας φώναξε το όνομα της. "Ο γιατρός σας περιμένει, περάστε". Μπήκε με ασταθή βήματα στο ιατρείο και κάθισε σε μια καρέκλα. Ο γιατρός δεν ήταν όσο αυστηρός ήταν συνήθως και αυτό την ανησύχησε περισσότερο."Έχετε έρθει μόνη? την ρώτησε και εκείνη του έγνεψε καταφατικά. "Δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν είναι καλά. Είναι αυτό που φοβόμασταν από την αρχή. Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Πρέπει να αρχίσουμε χημειοθεραπεία άμεσα. Έχουμε αργήσει. Βάσια μ' ακούς?"

Βγήκε σαν υπνωτισμένη στον δρόμο και άρχισε να περπατάει. Λευχαιμία, χημειοθεραπείες, ποσοστά επιβίωσης, φάρμακα, μεθόδους θεραπείας όλα ήταν ανάκατα μέσα στο μυαλό της.  Τα άκουσε όλα αυτά ή μήπως τα φαντάστηκε? Άκουσε στα αλήθεια ότι δεν έχουν πολύ χρόνο? Όχι, δε μπορεί. Απλά αγχώθηκε και το μυαλό της άκουγε άλλα από αυτά που έλεγε ο γιατρός. Αύριο θα πήγαινε μαζί με τον Στέλιο στον γιατρό. Αυτός δε μπορεί, θα τα καταλάβαινε καλύτερα. Κάθησε σε ένα παγκάκι. Που βρισκόταν? Ούτε που ήξερε πόση ώρα είχε περπατήσει. Ξαφνικά ένας ήχος την έκανε να πεταχτεί από τη θέση της. Το κινητό της, χτυπούσε το κινητό της. Ήταν ο Στέλιος. Μα φυσικά , θα είχε γυρίσει σπίτι δε θα την είχε βρει εκεί και θα ανησύχησε. Έμεινε να κοιτάει την οθόνη με το όνομα του χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να το σηκώσει μέχρι που αυτό σώπασε. Ξαφνικά τον σκέφτηκε μόνο του στο σπίτι. Μόνο του δίπλα από την άδεια κορνίζα. Το κινητό της χτύπησε ξανά αλλά πλέον το είχε πάρει απόφαση. "Δεν είμαστε τυχεροί Στέλιο" ψιθύρισε. Το χέρι της κινήθηκε αποφασιστικά και πάτησε το πλήκτρο της απόρριψης. "Η κλήση σας τερματίστηκε" αναγράφτηκε στην οθόνη του κινητού.






Ακολουθεί η Κλαυδία που θα φιλοξενηθεί στην Πέτρας.


Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Τρεις μέρες μόνο....

Μόλις τελείωσε το πιο καταθλιπτικό, βαρετό και μίζερο τριήμερο της ζωής μου! Είχαμε κανονίσει, εγώ δηλαδή, να πάμε να καρναβαλίσουμε στην πόλη της Καλαμάτας. Ο Θ έδειξε από την αρχή ότι δεν ψηνόταν αλλά εγώ είχα την πεποίθηση, μέχρι τελευταία στιγμή, ότι θα τον ψήσω. Δυστυχώς αντί να ψήσω αυτόν , ψήθηκα εγώ. Δηλαδή τι ψήθηκα, κάηκα! 

Μια μέρα πριν αναχωρήσουν οι υπόλοιποι για Καλαμάτα εγώ κάνω στην ύστατη προσπάθεια να τον πείσω να πάμε και εμείς με λογικά επιχειρήματα (κράτησα την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω), αλλά ούτε τα λογικά μου επιχειρήματα τον έπεισαν. Και αφού πλέον το έχω πάρει απόφαση ότι δε θα πάμε πουθενά λέω "δε βαριέσαι, καλά θα περάσουμε και στην Αθήνα, θα βγούμε, θα ντυθούμε, καλά θα περάσουμε". Και τι πάει και κάνει ο άτιμος ο άντρας? Πάει και αρρωσταίνει. Επίτηδες...Πήγε και κόλλησε ο αχρείος από εμένα! Πέντε εργάσιμες ημέρες ήταν περδίκι, το Σαββατοκύριακο-τριήμερο πήγε και αρρώστησε! Έτσι άφησα κατά μέρος τα ξέφρενα πάρτι, τις τρελές στολές που ονειρευόμουν και ντύθηκα νοσοκόμα. Όχι σέξι, αυτό του έλειπε. Φράου νοσοκόμα ντύθηκα.

Για να μην τα πολυλογώ δεν κάναμε τίποτα όλο το τριήμερο. Που και να θέλαμε δηλαδή τι να κάναμε και με ποιον? Οι μοναδικοί φίλοι που είχαν ξεμείνει στην Αθήνα ήταν μια έγκυος και ένα ζευγάρι με ένα μωρό 6 μηνών και μας είχαν βάλει και οι δυο σε καραντίνα. Άσε που δεν έφτανε που ήμασταν κλεισμένοι μέσα , είχα και τη μάνα μου να μας παίρνει δυο φορές τη μέρα τηλέφωνο και να με ρωτάει "τι νέα?". Να εδώ μωρέ, ένα περιστέρι κουτσούλισε μόλις τη βεράντα.Τι νέα μπορεί να έχει ένας έγκλειστος άνθρωπος? Να φτιάξει τσάι και αντί για μέλι να βάλει ζάχαρη? Naughty...

Τελοσπάντων επειδή αυτό ήταν το δεύτερο Σαββατοκύριακο εγκλεισμού δεν ήμουν πολύ καλά και αυτό έβγαινε και προς τα έξω.Δε φταίω εγώ, από μικρή έτσι ήμουν. Εάν έμενα πάνω από δύο μέρες μέσα στο σπίτι την τρίτη μέρα έπρεπε να φοράω ταμπέλα "προσοχή δαγκώνει". Μιλάμε για τρελά νεύρα..Τη Δευτέρα ο καιρός ήταν χάλια, ο Θ συνέχιζε να βήχει και εγώ είχα φορέσει ήδη το άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια που δένουν πίσω. Έτσι ο Θ μάζεψε όσο κουράγιο είχε και δέχτηκε να πάμε ως τη γωνία σε ένα ταβερνάκι για φαγητό. Πήραμε τηλέφωνο να κάνουμε κράτηση και ο τύπος δεν είχε τραπεζάκι για δύο άτομα! Που δηλαδής ήμαρτον , ξεχύθηκαν από όλες τις γειτονιές να ρθούνε να φάνε στη δική μας τη γωνιά? Ε, δε με ήθελε...

Αυτά λοιπόν κάναμε εμείς το τριήμερο... Έλα λέγε, πέρασε κανείς χειρότερα?


Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Είναι Δευτέρα, θα πάω για δουλειά!

Το προ-προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει να πάω στους γονείς μου αλλά επειδή την προ-προηγούμενη εβδομάδα ήταν όλοι άρρωστοι τους λέω "καθίστε ψοφολογείστε τώρα εσείς και θα έρθω εγώ το επόμενο που θα έχετε αναρρώσει πλήρως". Έτσι λοιπόν αφού πήρα το ιατρικό ανακοινωθέν ότι είναι όλοι καλά αποφάσισα να τους επισκεφτώ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Βγήκαμε, φάγαμε , γελάσαμε, πολύ ωραία περάσαμε. 

Δευτέρα πήγα για δουλειά,μια χαρά. Τρίτη πήγα για δουλειά, μισή χαρά. Ένιωθα ότι αρρωσταίνω. Έσυρα το κουφάρι μου μέχρι το σπίτι ,έβαλα θερμόμετρο, τίποτα... Αλλά εγώ ένιωθα ότι κάτι δεν πάει καλά. "Με κόλλησαν οι άτιμοι" λέω στον εαυτό μου και αποφασίζω την επόμενη μέρα να κάνω τον ψόφιο κοριό και να μη πάω για δουλειά. Το πρωί που ξύπνησα με γαργαλούσε λίγο ο λαιμός αλλά όχι τραγικά. Πήρα τηλέφωνο και με φωνή Παπαστράτος (κάνω πολύ καλά την άρρωστη) τους ειδοποίησα ότι δε θα πάω. Την υπόλοιπη μέρα την πέρασα καταπληκτικά. Καναπές, ξάπλα, κρεβάτι, τηλεόραση, ύπνος, ίντερνετ, παιχνίδια... Σούπερ! Ζωή και κότα (κοτόσουπα για την ακρίβεια). 

Το επόμενο  πρωί δεν χρειάστηκε να κάνω την θεριακλού. Ήμουν ήδη. Μετά βίας μιλούσα και εάν κάποιος μου έλεγε έναν τριψήφιο κάθε φορά που φταρνιζόμουν θα μου είχε πει όλα τα γράμματα της αλφαβήτου επί τρεις φορές μέσα στην πρώτη ώρα. Έτσι την υπόλοιπη μέρα την πέρασα με καναπέ, ξάπλα, κρεβάτι, τηλεόραση, ύπνο, ίντερνετ, κουβέρτες, θερμόμετρα, τσάγια, χαρτομάντιλα, πολλά χαρτομάντιλα, τον Αμαζόνιο σε χαρτομάντιλα και πλέον δεν ήταν καταπληκτικά. 

Τρεις μέρες έμεινα σε αυτή την κατάσταση να βλέπω τηλεόραση και να μετράω νεκρούς. 10 στη Βενεζουέλα σε διαδηλώσεις, 75 στην Ουκρανία από πυροβολισμούς, και 60 στην Ελλάδα μάλλον από το ίδιο που είχα και εγώ. Υπέροχα! Την τέταρτη μέρα παρέμενα στην ίδια κατάσταση ξάπλα αλλά πλέον χωρίς τηλεόραση. Δεν αντεχόταν πια. Ένα πράγμα που δεν ξέρετε για μένα είναι ότι είμαι μεγάλος τηλεορασάκιας. Couchpotato με έλεγε η αδερφή μου και είχε δίκιο. Μπορώ να δω ότι σαχλαμάρα παίζεται στην TV. Με μεγαλύτερη αγάπη στις μεγάλες σαχλαμάρες απ' αυτές που βάζει το MTV, τύπου δεν ήξερα πως ήμουν έγκυος ή Sweet 16 και άλλα τέτοια ποιοτικά προγράμματα. Ε, αφού κατάφερε η ελληνική τηλεόραση να εκνευρίσει ακόμα και μένα και να προτιμήσω να κοιτάω το ταβάνι παρά αυτή τότε μαγκιά της.

Σε αυτή την κατάσταση, κουκουλωμένη στο κρεβάτι και ανάσκελα, με βρήκε ο Θ όταν γύρισε από μια δουλειά και για να με καλοπιάσει μου έφερε λουλούδια. Λουλούδια! Εάν έχεις τον Θεό σου! Λουλούδια σε άρρωστο άνθρωπο που είναι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι... Έλα κάντε τον συνειρμό! "Άφησε τα εκεί, δίπλα από τα πόδια μου" του είπα και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. 

Έτσι όμορφα κύλησε και το Σαββατοκύριακο μου και ήρθε σήμερα η Δευτέρα που είναι μέρα εργασίας και χαράς. Τη δουλειά μου δε μπορώ να πω ότι την αγαπώ, ούτε όμως ότι την μισώ. Αλλά δεν είμαι και ερωτευμένη μαζί της. Μπορώ και χωρίς αυτήν. Έτσι πίστευα μέχρι σήμερα το πρωί που χτύπησε το ξυπνητήρι στις 06:45. "Ξυπνητήρι" φώναξα γεμάτη χαρά και πετάχτηκα από το κρεβάτι. Ούτε εκδρομή να με πηγαίνανε δε θα είχα τέτοια χαρά!



* Όπου "It's my birthday" βάλε "Είναι Δευτέρα, θα πάω για δουλειά!"

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Ηλεκτρισμένος ηλεκτρικός

Κατά καιρούς σκεφτόμαστε να αλλάξουμε σπίτι και περιοχή. Πάμε βλέπουμε κανένα δυο σπίτια και μας περνάει!  Πώς άλλοι είναι wedding crashers? Εμείς είμαστε houses crashers! Πάμε και βλέπουμε σπίτια. Κάτι σα χόμπι! Μετά τα Χριστούγεννα είχαμε ηρεμήσει αλλά χθες είχαμε τη φαεινή ιδέα να πάμε να δούμε ένα σπίτι στο Μαρούσι.

"Πήγαινε εσύ με το αυτοκίνητο και θα έρθω εγώ με τον ηλεκτρικό για να δω πόση ώρα κάνει" λέω στον Θ η μικρή ανίδεη. Περιμένω τον ηλεκτρικό στην Ομόνοια, έρχεται, μπαίνω μέσα εγώ και άλλοι χίλιοι και από κωλοφαρδία βρίσκω μια ωραιότατη θεσούλα. Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι που φτάσαμε στο σταθμό του Αγίου Ελευθέριου. Τότε όταν άνοιξαν οι πόρτες του συρμού είδαμε κόσμο να πετάγεται από το μπροστινό βαγόνι και να τρέχει στην αποβάθρα. "Ας τους χωρίσει κάποιος. Βοήθεια. Θα τον σκοτώσουν" ήταν οι πρώτες φωνές που άκουσα. Μετά από λίγο βλέπω έναν Πακιστανό χωρίς μπλούζα, με πρησμένο το ένα του μάτι και γεμάτο αίματα  να τρέχει προς το μέρος μου. Από πίσω τον κυνηγούν  κάποιοι άλλοι και τον πιάνουν ακριβώς έξω από το παράθυρο μου. Τον ακινητοποιούν και αρχίζουν να τον χτυπούν με μπουνιές και κλωτσιές. "Χωρίστε τους ρε παιδιά, Μπορεί να έχει μαχαίρι. Που είναι η ασφάλεια. Γιατί δεν κλείνει τις πόρτες ο οδηγός. Να φύγει το τρένο. Θα τον σκοτώσει" ήταν οι ανάκατες φωνές που άκουγα. Ολοι προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Μέσα σε όλα που ακούστηκαν κάποιος ρώτησε εάν είναι Χρυσαυγίτες. Απέναντι μου καθόταν μια Φιλιπιννέζα η οποία στο άκουσμα της λέξης Χρυσαυγίτης χλόμιασε. Πετάχτηκε όρθια κλαίγοντας και φωνάζοντας "Σε παρακαλώ να φύγει το τρένο. Φοβάμαι. Κλείσε τις πόρτες". Και σκέφτομαι, εάν εμένα τρέμανε τα πόδια μου, τι συναισθήματα τρόμου μπορεί να βίωνε αυτή η κοπέλα!

Σε καυγά δεν έχω ξανατύχει και ούτε και θέλω. Ακόμα έχει μείνει στην μνήμη μου το πρησμένο πρόσωπο του Πακιστανού, τα αίματα που ήταν σκόρπια παντού.. Και ξέρεις κάτι? Ντρέπομαι που θα το πω αλλά σχεδόν ευχήθηκα να κλείσει η πόρτα και να φύγουμε...Γιατί όντως μπορεί κάποιος να έχει όπλο! Και γιατί δε ξέρω αν θα αντιδρούσα αλλιώς εάν ήμουν άντρας και δυο μέτρα  (αλλά αμφιβάλλω), είναι απερίσκεπτα ηρωικό να μπεις ανάμεσα σε τρελαμένους για να τους χωρίσεις. Και αυτό φάνηκε γιατί όλοι φώναζαν χωρίστε τους αλλά μόνο δέκα παιδιά προσπάθησαν να τους χωρίσουν. 

Για την ιστορία να πω ότι δεν ήταν Χρυσαυγίτες. Ήταν Αλβανοί που προσπάθησαν να κλέψουν το κινητό του Πακιστανού. Μας το είπε μια κοπέλα ,αφού πλέον το τρένο είχε ξεκινήσει, την ώρα που σκούπιζε τα αίματα από τα χέρια της. Είχε την "τύχη" να είναι στο βαγόνι από όπου ξεκίνησε ο καυγάς και να τα δει όλα. Θα κλείσω με μια δική της φράση την οποία έλεγε και ξανάλεγε μόνη της σαν να παραμιλούσε.

"Που έχουμε φτάσει? Καμία αξία πια στην ανθρώπινη ζωή? Να σκοτωνόμαστε για το τίποτα? Για ένα κινητό?"


Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Η κλήση σας προωθείται...

Μην ακούσω άλλο ένα τουτ σήμερα θα σκοτώσω άνθρωπο. Ο Θ έπρεπε να κάνει κάποιες εξετάσεις σε δημόσιο νοσοκομείο και έπρεπε να κλείσει ραντεβού. Πήρε μια-δυο φορές τηλέφωνο, μετά βαρέθηκε και σκέφτηκε "ποιον να αγγαρέψω να κλείσει το ραντεβού?" Τον μαλάκα... Οπότε ο κλήρος έπεσε σε μένα  να πάρω τηλέφωνο σε δημόσιο νοσοκομείο για να κλείσω ραντεβού άμεσα! 

(αλλάζουμε παράγραφο , για να σας δώσω το χρονικό περιθώριο να γελάσετε δυνατά, να κάνετε χαρωπά τα δυο μου χέρια και τα λοιπά)

Πράξη πρώτη

Παίρνω τηλέφωνο.... Τουτ, τουτ από την άλλη άκρη της γραμμής. Ξαναπαίρνω τηλέφωνο. Τουτ τουτ. Ξαναματαπαίρνω. Χτυπάει!!!! (ενθουσιασμός) Αλλά δεν το σηκώνει κανείς. (απογοήτευση) Που πήγε οεο εκείνος που πριν ένα λεπτό μίλαγε? Ξαναματαξαναπαίρνω. Χτυπάει και απαντάει  μια κυρία. (πυροτεχνήματα) Κλείνω ραντεβού για την επόμενη Τρίτη (δάκρυα χαράς κυλάνε από τα μάγουλα μου).

Πράξη δεύτερη

Πρέπει να κλείσω ραντεβού και στο παθολογικό τμήμα στο ίδιο νοσοκομείο αλλά αυτή τη φορά πρέπει να πάρω τηλέφωνο ένα τετραψήφιο νούμερο. Μου απαντάει ένας εξυπηρετικότατος τηλεφωνητής ο όποιος με ρωτάει κάποιες πολύ έξυπνες ερωτήσεις τις όποιες απαντάω κοφτά με καθαρή φωνή. Οι συνάδελφοι μου με κοιτάνε και νομίζουν ότι έχω πάθει εγκεφαλικό καθώς οι απαντήσεις μου "πρωινά, πρωινά, ναι, ναι, παθολογικό" δε βγάζουν νόημα. Μετά από μια "καταπληκτική" συζήτηση με ρωτάει ο κύριος ρομπότ "πείτε μου ποιο νοσοκομείο θέλετε". "Ευαγγελισμός" απαντώ εγώ. "Δε σας άκουσα" απαντάει αυτός. "Ευαγγελισμός" ξαναλέω εγώ. "Δε σας άκουσα" απαντάει ξανά αυτός. "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ γαμώ το κέρατο μου" φωνάζω εγώ και βλέπω κεφάλια να γυρνάνε προς τη μεριά μου. "Ευαγγελισμός" ξαναλέω σιγά και ο κος ρομπότ απαντάει "μάλιστα, σας συνδέω με το τηλεφωνικό κέντρο". Και γιατί καρδιά μου δε με συνέδεες από την αρχή να γλιτώναμε και τα υπογλώσσια?

Πράξη τρίτη

Πρέπει να κλείσω ραντεβού και με ψυχίατρο. Στον Ευαγγελισμό μου κλείνουν για μετά από 2 μήνες. Άντε τώρα να έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι να σκοτώσεις κάποιον και να θες βοήθεια. Μέχρι να έρθει το ραντεβού σου τον έχεις σκοτώσει και έχεις εξαφανίσει και το πτώμα. Μετά σκέφτομαι το Αιγινήτειο. Δε μπορεί, ψυχιατρικό νοσοκομείο είναι, θα έχει περισσότερα ραντεβού. Παίρνω τηλέφωνο.Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ.Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ.Τουτ, τουτ. Τουτ, τουτ....Μιλάει συνεχώς και ακαταπαύστως! Κάνω εισπνοές-εκπνοές. Ξαναπαίρνω! Καλεί!!! Δεν προλαβαίνω να πω τι θέλω και μου το κλείνει στα μούτρα. Μου έρχεται να βγω έξω να πάρω ταξί, να πάω στο Αιγινήτειο  να βρω αυτόν που μου το έκλεισε, να του κοπάνησω το τηλέφωνο στο κεφάλι και μετά να κάτσω ήσυχα ήσυχα να μου φορέσουν τον ζουρλομανδύα. Τελικά δεν το κάνω και μετά από 3.000 τουτ τουτ κατάφερα και έκλεισα ραντεβού και εκεί! Ηθικό δίδαγμα: Εάν νιώθετε ότι τα νεύρα σας δεν είναι και πολύ καλά, μην πάρετε τηλέφωνο σε ψυχιατρική κλινική. Θα σας αποτελειώσουν!

Πράξη τέταρτη

Παίρνω τηλέφωνο τον Θ για να του πω τα ευχάριστα. Τουτ, τουτ....Θα τον σκίσω σκέφτομαι και κλείνω το τηλέφωνο. Για τον Θεό, όχι άλλα τουτ τουτ!!! Μετά από κανά δεκάλεπτο με παίρνει εκείνος! "Έλα, κατάφερες να κλείσεις ραντεβού? Μπράβο! Μόνο Τρίτη να μην είναι , με πήρανε μόλις για μια δουλειά!"

Κλαίω............... 
Με λυγμούς.....................

Πάλι από την αρχή!

Πράξη πρώτη 
.................
..................
Πράξη δεύτερη
......................
.................
Πράξη τρίτη
............................
........................



Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Πειράζει που είμαι μεγάλη Firmoo, πειράζει??

Όταν ήμουνα πιτσιρικάκι ήθελα να φοράω γυαλιά. Όχι να τα φοράω πάντα. Απλά μου άρεσε που έβλεπα μεγαλύτερους να φοράνε γυαλιά για να διαβάσουν και ήθελα και εγώ να μπορώ να βάζω-βγάζω γυαλιά και να το παίζω σοφή. Μετά έμαθα ότι αυτό λέγεται πρεσβυωπία και είναι αυτό που λένε "ου γαρ έρχεται μόνον" κουνώντας περίλυπα το κεφάλι. Τα χρόνια περάσαν και κάπου εκεί στο λύκειο μια συμμαθήτρια αγόρασε γυαλιά γιατί είχε ανεβάσει μυωπία. Όλες στη σειρά δοκιμάσαμε τα γυαλιά να δούμε εάν μας πηγαίνουν. Εμένα δε μου πήγαιναν αλλά για ένα περίεργο λόγο με αυτά έβλεπα καλύτερα. Το ίδιο απόγευμα πήγαμε οφθαλμίατρο και μέσα σε δυο μέρες είχα να μοστράρω τα καινούρια μου γυαλιά στην τάξη. Και το καλύτερο δε χρειαζόταν να τα φοράω συνέχεια παρά μόνο στον πίνακα. Οπότε τα είχα πάνω στο θρανίο μου, τα έβαζα τα έβγαζα και επιτέλους το έπαιζα σοφή...

Την εποχή εκείνη τα γυαλιά δεν ήταν μόδα. Δεν υπήρχε άνθρωπος, που να έχει σώας τας φρένας, και να φοράει γυαλιά  απλά για στυλ. Όποιος φορούσε γυαλιά ήταν στραβούλιακας, τζαμαρίας, φυτό και άλλα χαριτωμένα. Ευτυχώς εγώ είχα λίγη μυωπία οπότε τα γλίτωσα όλα αυτά τα "γλυκούτσικα" καθώς δε φορούσα ποτέ τα γυαλιά έξω. Αυτό βέβαια είχε σαν αποτέλεσμα, ειδικά αργότερα που η μυωπία μου είχε αρχίσει να ανεβαίνει, να κάνω διάφορα τραγελαφικά. Να μη χαιρετάω κόσμο που συναντούσα στον δρόμο γιατί απλά δεν τους έβλεπα ή να χαιρετάω κόσμο που δεν τους ήξερα γιατί νόμιζα ότι τους ξέρω. Η κατάσταση όσο μεγάλωνα και άρχισα να γκομενίζω χειροτέρευε. Έβλεπα κάποιον απέναντι και μου φαινόταν κούκλος, τον κοίταζα, με κοίταζε, με πλησίαζε και .... πανούκλος!Και άντε τώρα να ξεφορτωθείς τον τύπο που αποδεδειγμένα φλέρταρες όλο το βράδυ. Τι να του πεις? "Sorry μάνα μου αλλά έχω μυωπία και δε σε είχα δει καλά"; Για να μην αναφέρω τις στιγμές που μπορεί να με κοίταζε κάποιος πραγματικά ωραίος και να τον έχασα λόγω στραβομάρας. Έτσι καθώς είχα αυτά τα σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσω αποφάσισα να βάλω φακούς.  Η στιγμή που έβαλα φακούς ήταν μαγική. Ήταν σαν κάποιος να μου κούνησε ένα εικοσάευρω μπροστά από τα μάτια και ξαφνικά να έφυγε το σύννεφο. Έβλεπα επιτέλους χωρίς ομίχλη!

Το ίδιο βράδυ , εγώ και οι φακοί μου, βγήκαμε να το γλεντήσουμε. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ εγώ έγινα λιάρδα. Έχοντας καταλάβει ότι πια δεν το 'χω και ότι το σημείο που ήμουν οκ ήταν τρία ποτά πριν, άρχισα να αγχώνομαι για το πώς θα βγάλω τους φακούς. Ξεμέθυστη και μου φαινόταν βουνό, φαντάσου μεθυσμένη. Άρχισα λοιπόν να παρακαλάω έναν φίλο μου που φορούσε χρόνια φακούς να πάμε στην τουαλέτα να μου τους βγάλει. Πάμε λοιπόν στις γυναικείες τουαλέτες και εκεί ακολούθησε διάλογος που θα πρωταγωνιστούσε άνετα στο dark room του Θέμου.

Φίλος: Δεν το έχω ξανακάνει ποτέ αυτό σε άλλον.
Εγώ: Έλα δεν είναι τίποτα
Φίλος: Φοβάμαι μη σε πονέσω.
Εγώ: Από το να το κάνω μόνη μου καλύτερα να το κάνουμε μαζί. Οι φίλοι για αυτό είναι.
Φίλος: Κάτσε ακίνητη θα στον βγάλω τώρα.
(Ησυχία)
Εγώ: Μ' αρέσει που έβγαλα τα μάτια μου μαζί σου...

Από τότε πρόβλημα με τους φακούς δεν είχα. Ίσα ίσα αγάπη θα χαρακτήριζα τη σχέση που δημιουργήθηκε. Δεν τους αποχωρίζομαι ποτέ. Τα τελευταία γυαλιά που είχα φτιάξει με ζάλιζαν πάρα πολύ (έχει κανείς άλλος το ίδιο πρόβλημα?) και έτσι και εγώ τα φορούσα μόνο μέσα στο σπίτι και στην τηλεόραση. Επειδή όμως όποτε τα φορούσα συνήθως ήμουν ξάπλα, που σημαίνει ότι μετά από λίγο κοιμόμουν αγκαλιά με αυτά, τα έχω κάνει σαν ανάποδο σίγμα. Από το δεξί φακό βλέπει το μάτι μου και από τον αριστερό το φρύδι μου. 

Πλέον όμως τα γυαλιά είναι μόδα και έτσι αποφάσισα να πάρω καινούρια γυαλιά τα οποία θα τα προσέχω περισσότερο. Και πάνω που είμαι σε αναζήτηση νέων γυαλιών, τσουπ μου έρχεται μήνυμα από τη FIRMOO να μου κάνουν δώρο ένα ζευγάρι γυαλιά. Την εταιρεία την ήξερα αλλά η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν να παραγγείλω γυαλιά από το ίντερνετ. Έχω δύσκολο πρόσωπο και σχεδόν κανένα ζευγάρι δε μου κάνει. Παρόλα αυτά δεν είχα τίποτα να χάσω και έτσι μπήκα στο site για να κάνω την παραγγελία μου. Αρχικά ήθελα να τα πάρω όλα. Μετά συγκρατήθηκα, διάλεξα τρεις σκελετούς, ανέβασα πανεύκολα μια φωτογραφία μου έτσι ώστε να δοκιμάσω εικονικά τα γυαλιά και τελικά διάλεξα το παρακάτω ζευγάρι:


Όλα αυτά έγιναν Δευτέρα. Τρίτη το είχα κιόλας μετανιώσει. "Μωρέ σαν μπούφος θα είμαι. Πολύ μεγάλα είναι" σκεφτόμουν. Δεν πρόλαβα να πανικοβληθώ και να τα ακυρώσω,  την Παρασκευή ένας κούριερ μου χτύπαγε τη πόρτα. Τα γυαλιά μου είχαν φτάσει, κιόλας! Από Αμερική!!! Και παραδόξως δεν είμαι σαν μπούφος. Μου πάνε και είναι και ιδιαίτερα. Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση είναι η ποιότητα τους. Δε μοιάζουν φθηνά παρόλο που είναι (39$). 

Εάν λοιπόν θέλετε να αγοράσετε και εσείς γυαλιά, μια πολύ καλή και οικονομική λύση είναι να τα παραγγείλετε από την FIRMOO. Ειδικά με τη προσφορά που ισχύει για το δωρεάν πρώτο ζευγάρι γυαλιών δε βλέπω καν τον λόγο να μη δοκιμάσετε. Το μόνο που θα πληρώσετε είναι τα μεταφορικά για Ελλάδα που είναι περίπου 18€.




ΥΓ1: Εάν σας φάνηκε διαφημιστικό αυτό το ποστ είναι γιατί είναι.

ΥΓ2: Δε διαφημίζω ποτέ κάτι που δε μου αρέσει.

ΥΓ3: Εάν, εάν λέω, έχετε για παράδειγμα μια βιομηχανία γάλακτος βρε αδερφέ και θέλετε να διαφημιστείτε στείλτε μου εμένα ένα κεσέ γιαούρτι και εγώ θα πράξω αναλόγως.... Ω ναι, πουλάω φθηνά το τομάρι μου!

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Αγάπη , νομίζεις ότι πάχυνα????

Οι άνθρωποι που παραδοσιακά είναι αδύνατοι έχουν πολύ πλάκα άμα παχύνουν. Αρχικά, τους παίρνει πολύ καιρό να συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι πάχυναν. Μπορεί όταν πάνε να φορέσουν το παντελόνι τους να μην κουμπώνει αλλά η πρώτη σκέψη είναι "έλα μωρέ είναι φρεσκοπλυμένο". Μετά, μπορεί να πετάνε λίγο τα παχάκια αλλά "να μωρέ το έχω καιρό και μάλλον έμπασε στο πλύσιμο". Και ο κατάλογος με τις δικαιολογίες είναι μακρύς!

Έτσι την πάτησα και εγώ. Ο συνδυασμός Χριστουγέννων και μίας βλάβης στη ζυγαριά με οδήγησαν στο σήμερα.. Το πρώτο χτύπημα ήρθε πριν μια εβδομάδα. Είχαμε πάει στο σπίτι ενός φίλου και μας έλεγε ότι θα ξεκινήσει δίαιτα για να χάσει 20 κιλά. Εγώ για να τον εμψυχώσω ξεκίνησα τα "Πω, πω 20 κιλά! Είσαι τρελός? Πως γίνεται αυτό? Χαράς στο κουράγιο σου. Ούτε στον εχθρό μου... Εδώ εγώ λίγα κιλά θέλω να χάσω και δε μπορώ". Σε αυτό το σημείο ένας παραδοσιακά αδύνατος άνθρωπος περιμένει τον άλλον να πει " Τι λες μωρέ? Θες και εσύ να χάσεις? Πού? Είσαι τέλεια. Είσαι ιδανική" κτλ... Όταν όμως αντί για αυτό ακούει "Έλα μωρέ? Πόσο θες να χάσεις? 5 κιλά? Σιγά". Τότε τρώει φρίκη... "Πέντε κιλά??? Εγώ σκεφτόμουν το πολύ τρία? Έχω παχύνει? Οχι πείτε μου, έχω παχύνει?". Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι πάντα , όχι.

Το δεύτερο χτύπημα  ήρθε την Παρασκευή. Έχουμε βγει με φιλικό ζευγάρι και έχουμε πιάσει συζήτηση περί ρούχων. Μας λέει ο φίλος ότι πήγε να αγοράσει ένα τζιν από τα Pull and Bear και ότι δεν του κάνανε γιατί είναι χαμηλοκάβαλα και για κάτι ποδαράκια τόσα δα. "Εμ, που πας ρε Καραμήτρο" του λέω με τη μελιστάλαχτη φωνούλα μου "τα αγοράκια πλέον είναι αδύνατα. Δεν είναι σαν εσάς ρε γεροξούρες να κρέμονται τα γεροντοπάχια". "Τα αδύνατα αγοράκια θέλουν και αδύνατα κοριτσάκια" μου απαντάει αυτός αμέσως και μας κοιτάει λοξά εμένα και τη φίλη μου. "Η Χαρά είναι πολύ αδύνατη" λέω εγώ. "Δεν το 'πα για τη Χαρά" μου απαντάει αυτός και μου έρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Γιατί όταν υπάρχουν δύο λύσεις και η μία απορρίπτεται, τι μένει??? Η Χριστίνα!!

Τρίτη και φαρμακερή. Κυριακή απόγευμα λέμε με τον Θ να πάμε μια βόλτα. Έχω βάλει ένα πολύ χαριτωμένο φόρεμα σε άλφα γραμμή. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και κάτι δε μου πάει καλά. Πάω στον Θ και τον ρωτάω "Σ' αρέσει? Μήπως με παχαίνει?". Ο Θ με βλέπει και σκάει στα γέλια. "Τι έχεις βάλει από κάτω? Έχεις χαζέψει?" Από το βλέμμα μου καταλαβαίνει ότι δεν έχω βάλει κάτι για να του κάνω πλάκα αλλά αυτό που είναι εκεί είναι παραπανίσια κιλά!! "Πολύ ωραίο είναι" συνεχίζει αμέσως μετά προσπαθώντας να μαζέψει τα αμάζευτα...

Και τώρα σας ερωτώ τι να κάνω που στο άκουσμα της λέξης δίαιτας μου έρχεται να πιάσω τον Παρλιάρο να τον μαγειρέψω και μετά να τον φάω? Την προηγούμενη φορά που έχασα 5 κιλά ήταν όταν έκανα το μεταπτυχιακό και δεν προλάβαινα να φάω. Τι να κάνω όμως που βαριέμαι να διαβάσω για να ξανακάνω μεταπτυχιακό? (Άσε που δε μου περισσεύουν και πέντε χιλιάρικα). Σας ερωτώ! Τι να κάνω?








Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή , γιορτή και σχόλη να 'ταν η ζωή μας όλη...

Και μη πεταχτεί κανείς και πει ότι αργία μήτηρ πάσης κακίας, τον τσουρομάδισα....

Χόρτασα καθισιό αυτά τα Χριστούγεννα. Φαγητό, ξάπλα και ύπνο. Για πρωτοχρονιά πήγαμε στα μέρη μου, κολλήσαμε και άδεια και καθίσαμε μια εβδομάδα. Η μαμά μου είναι η κλασσική Ελληνίδα μάνα. Όχι αυτή με το ζακετάκι, η άλλη που άμα δε φας μέχρι να πεις έλεος είσαι άρρωστος και μάλλον θα πεθάνεις. Χρόνια τώρα οι φίλοι μου όταν τη γνωρίζουν αναρωτιούνται πώς καταφέρνουμε τα τέσσερα παιδιά της και παραμένουμε αδύνατα. Έχω καταλήξει πως κυριαρχεί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης:

Μαμά: Θες ένα μελομακάρονο?
Εσύ: Όχι, έχω φάει.
Μαμά: Θες ένα κουραμπιέ?
Εσύ: Όχι, είμαι σκασμένη σου είπα.
Μαμά: Θες να σου καθαρίσω ένα φρούτο?
Εσύ: Όχι.
Μαμά: Θες ένα ..?
Εσύ: Όχι.
Μαμά: Θε.........?
Εσύ: ΟΧΙ!!!!!!!!!

Και εάν εξαιρέσεις την παραπάνω συζήτηση που κάνεις πρωί, μεσημέρι,βράδυ σαν αντιβίωση τότε περνάς υπέροχα. Γιατί τα παπλώματα μυρίζουν μανούλα. Γιατί κάθε γωνιά κρύβει αναμνήσεις. Και γιατί κάθε άνθρωπος είναι τόσο μα τόσο αγαπημένος.

Η παραμονή πρωτοχρονιάς είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Είναι από τις ελάχιστες φορές που η τραπεζαρία στρώνεται με σεταρισμένα πιατικά.  Η στιγμή που όλοι μαζευόμαστε γύρω από το καλό τραπέζι. Το τελετουργικό είναι ίδιο τόσα χρόνια και όμως δεν το βαριέμαι ποτέ. Πρώτα τρώμε και φλυαρούμε ασταμάτητα όλοι μαζί. Βαβούρα να υπάρχει και όλα καλά. Μισώ τα βουβά τραπέζια. Το όταν τρώμε δε μιλάμε είναι η χειρότερη έκφραση που μπορώ να ακούσω. Η ώρα του φαγητού στη δική μας οικογένεια ήταν πάντα ώρα πανικού. Ήμασταν και πολλοί οπότε από μια βλακεία να έλεγε ο καθένας είχαμε θέματα να συζητάμε για εφτά μεσημέρια. Και πάντα συζητάγαμε. Από το να σχολιάσουμε τη θεία τη Μαριγώ και να θυμηθούμε το προπέρσινο καλοκαίρι και την τούμπα του μπαμπά, μέχρι το πως χτίστηκαν οι πυραμίδες και εάν υπάρχει Θεός. Όλα μπορούσαν να συζητηθούν. Χωρίς σειρά, ανάκατα, με φασαρία, διαφωνίες και συχνά πυκνά καυγάδες...

Έτσι και φέτος φάγαμε ,ήπιαμε το κρασί του μπαμπά, συζητήσαμε τα ίδια θέματα, ακούσαμε για χιλιοστή φορά την ιστορία για το πώς ο παππούς πήρε απολυτήριο δημοτικού στα 40 και διάφορα άλλα οικογενειακά μας κλισέ τα οποία κατέληξα ότι υπεραγαπώ. Και μέσα σε όλα, η ανιψιά μου να μας φωνάζει "κάντε ησυχία, δεν ακούω τα καμπανάκια του Άη Βασίλη". Πόσο υπέροχη η παιδική αναμονή του Άη Βασίλη. Θυμάμαι και εγώ τον περίμενα πάντα με ανυπομονησία. Καθόμουν για ώρες κάτω από το δέντρο και ορκιζόμουν ότι φέτος θα καταφέρω να τον δω. Δε ξέρω πώς το κάνανε αλλά πάντα τα δώρα ερχότανε μαγικά. Εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου. Εγώ ορκιζόμουν πως δεν είχα κλείσει τα μάτια μου ούτε λεπτό και οι γονείς μου χασκογελούσανε...Ακόμα χασκογελάνε όταν τους ρωτάω πώς καταφέρνανε και δεν τους πιάσαμε στα πράσα.

Η ανιψιά μου φέτος είχε ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη ένα παιχνίδι φαντασμάτων. Η μαμά της ξέροντας για το τι κλασομπανιέρα πρόκειται έκανε τα πάντα για να την μεταπείσει. Αμετάκλητη αυτή όμως δήλωνε ότι δε θα το φοβάται το παιχνίδι και ότι είναι αυτό που θέλει. Κατά τις 10:00 χτυπάει το κουδούνι, ανοίγουμε την πόρτα και στο πλατύσκαλο είναι αραδιασμένα τα δώρα. "Ήρθε ο Αη Βασίλης", φωνάζει και στο μάτι έχει τη χαρά ανάμικτη με δέος για το θαύμα που βιώνει. Ανοίγει τη σακούλα της, βλέπει το παιχνίδι που είχε ζητήσει και φωνάζει "Το βρήκε. Ο Άη Βασίλης βρήκε το παιχνίδι που του ζήτησα". Γεμάτη χαρά το ανοίγει και βλέπει μέσα το πρώτο φαντασματάκι.

Ανιψιά:  "Ε, μαμά να το ανοίξουμε καλύτερα σπίτι μας."
Μαμά : Το φοβάσαι?
Ανιψιά: Όχι. Αλλά δεν κάνει να ανοίγουμε τα δώρα μας σε ξένο σπίτι.
Εγώ: Μήπως φοβάσαι αυτόν στο κουτί (είχε μια νεκροκεφαλή). Αυτός είναι καλός. Είναι ο Κοκαλιάρης.
Ανιψιά: Τότε γιατί γελάει σαν κακός?

Μετά από λίγο:
Ανιψιά: Έχω μια ιδέα. Να ανταλλάξουμε τα δώρα μας. Έλα (λέει στον μικρό αδερφό της) πάρε εσύ αυτό (του δίνει το κουτί) και εγώ θα πάρω το παιχνίδι σου...(ακολουθούν κλωτσομπουνίδια)
Εγώ: Δε σου αρέσει το δώρο σου?
Ανιψιά: Όχι, όχι , μου αρέσει πολύ.

Μετά από λίγο χτυπάει ξανά το κουδούνι. Ανοίγουμε την πόρτα και απ' έξω είναι αλλο ένα δώρο.

Εγώ: Ωχ, μάλλον ο Άη Βασίλης κατάλαβε ότι δε σου άρεσε το δώρο σου και σου έφερε άλλο.
Ανιψιά: Ωραία. Τώρα μπορούμε να πετάξουμε το άλλο μακριά .

Ανοίγει το δώρο και είναι γεμάτη χαρά.
Ανιψιά: Που κατάλαβε ο Άη Βασίλης ότι δε μου άρεσε το δώρο του?
Μαμά: Ο Άη Βασίλης είναι πνεύμα και τα ακούει όλα. Για αυτό σας λέω να είστε καλά παιδάκια όλον τον χρόνο.
Ανιψιά: -το σκέφτεται λίγο- Μα πώς είναι πνεύμα? Αφού εγώ τον γνώρισα. Γνώρισα και τη γυναίκα του στο Χριστουγεννιάτικο χωριό".
Μαμά: Νννννναι...Ώρα να κόψουμε βασιλόπιτα....