Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Τον πιάσαμε τον Μάη

Όταν θες να πιάσεις τον Μάη πας στην εξοχή. Συμφωνούμε όλοι? Μαδάς λουλουδάκια, φτιάχνεις στεφάνι και κάθεσαι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο στη σκιά του. Στη σκιά του. Το τονίζω. 

Όπως όλοι, έτσι και εμείς θέλαμε να πάμε χθες μια βόλτα στην εξοχή. Θα ήμασταν μεγάλη παρέα οπότε άντε να συνεννοηθούμε. Πάμε στο Τατόι, λέει ο ένας. Μπα θα γίνεται της κακομοίρας λέει ο άλλος. Πάμε στο Πάρκο Τρίτση λέει ο άλλος. Μπα θα έχει πάει και η κουτσή Μαρία λέει ο παράλλος. Πάμε στην Καισαριανή πετάγεται και λέει κάποιος άλλος. Πώς θα περάσουμε από το κέντρο, θα είναι κλειστό , αντικρούει αμέσως ένας άλλος. Πάμε προς παραλία λέω εγώ. Ναι, εξαιρετική ιδέα, κανένας άλλος δε θα το έχει σκεφτεί, απαντάνε όλοι μαζί. Και όχι δεν με ειρωνευόταν. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε προς παραλία για πικ νικ. Φτιάξαμε τα κεφτεδάκια μας, τα τυροπιτάκια, μας, τις λιχουδιές μας, πήραμε ψάθες, νερά, αναψυκτικά και ξεκινήσαμε. Είχα ονειρευτεί καρό τραπεζομάντιλο κάτω από ένα δέντρο και από μακριά να ακούγεται ο παφλασμός των κυμάτων. Κατά πως φάνηκε το ίδιο είχαν ονειρευτεί πολλοί.

Κάναμε 2,5 ώρες να φτάσουμε στην Βάρκιζα. Σταματημένοι στην κίνηση να πηγαίνουμε σημειωτόν. Ο ένας να κατουριέται, η άλλη να διψάει, η άλλη να πεινάει. Και όλοι μαζί να γκρινιάζουν. Όχι όλοι μαζί. Μόνο όσοι ήταν στο δικό μου αυτοκίνητο. Συνολικά ήμασταν τρία αυτοκίνητα αλλά εγώ έτυχα να πάω με τον γκρινιάρη οδηγό. Ο κακόμοιρος οδηγάει κάθε μέρα 2 ώρες για να πάει στη δουλειά του. Οπότε το μόνο πράγμα που μας είχε πει πριν ξεκινήσουμε είναι ότι δε θέλει να οδηγήσει πολύ. Δύο ώρες μετά χτύπαγε το κεφάλι του στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Κυριολεκτικά. Μας κοιτούσαν από τα δίπλα αυτοκίνητα και γελούσαν. Έβλεπε στην άκρη του δρόμου μια συστάδα δέντρων και έλεγε "να εδώ είναι πολύ ωραία, εδώ να στρώσουμε". Στις 2  ώρες και ένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά σε ένα παράδρομο και αρνούνταν να ξαναμπεί μέσα. Σταμάτησαν και τα άλλα αυτοκίνητα της παρέας και γελούσαν μαζί του. Αυτόν τον είχε πιάσει αμόκ, να λέει ότι δεν οδηγάει ούτε ένα λεπτό ακόμα και οι άλλοι να γελάνε και να προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Οπότε τι κάνεις σε μια τέτοια κατάσταση? Ανοίγεις το πορτμπαγκάζ, βγάζεις ένα σαντουιτσάκι και αρχίζεις να το τρως. Με είχε κόψει η πείνα ρε παιδιά τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού λοιπόν έφαγα το σαντουιτσάκι μου, και άκουσα όλη την στιχομυθία της γκρίνιας, έβγαλα άλλο ένα σαντουιτσάκι και το έδωσα στον γκρινιάρη οδηγό. Τελικά η ηρεμία περνάει από το στομάχι. Ο γκρινιάρης οδηγός δέχτηκε να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο αλλά με την προϋπόθεση ότι θα κάτσουμε στην πρώτη παραλία που θα βρούμε.

Η πρώτη παραλία που βρήκαμε ήταν όμορφη αλλά δεν είχε ούτε μισό δεντράκι. Ευτυχώς μια φίλη μου (που την κορόιδευα κιόλας για αυτό) είχε προνοήσει και είχε πάρει μαζί της δυο ομπρέλες. Οπότε τις ανοίξαμε, στρώσαμε τα κιλίμια μας, αραδιάσαμε τα φαγητά μας και τελικά περάσαμε όμορφα. Τόσο όμορφα που δεν θέλαμε να φύγουμε και κάτσαμε στην παραλία 6 ώρες. Μη ξεχνιόμαστε, 6 ώρες σε μια παραλία χωρίς σκιά, με δυο ομπρέλες για 12 άτομα και χωρίς προοπτική να βουτήξουμε στη θάλασσα.

Κατά τις οχτώ είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, εμείς είχαμε μαζέψει βιταμίνη D για 10 ζωές και έτσι φύγαμε. Μόλις γύρισα σπίτι έκανα ένα μπανάκι και ξάπλωσα για πέντε λεπτάκια στο κρεβάτι. Ξύπνησα σήμερα το πρωί. Αφού σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια, κοιτάζομαι στο καθρέφτη του μπάνιου και παρατηρώ ότι η δεξιά πλευρά του προσώπου μου έχει γίνει πουά με κόκκινες βούλες. Plus ένα ελαφρύ πρηξιματάκι. Ξυπνάω κατευθείαν τον Θ να με δει για να μου πει εάν είμαι σοβαρά και εάν είμαι σε κατάσταση να εργαστώ (ήλπιζα να μου πει κοιμήσου), εκείνος με κοιτάει με τα αγουροξυπνημένα του μάτια με ρωτάει εάν έφαγα κάτι που με πείραξε και μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του. Μετά από δέκα λεπτά τον ξαναξυπνάω για να τον ρωτήσω εάν το κάλυψα με το μακιγιάζ και μου λέει "Έλα ρε συ, γιατί με ξύπνησες πάλι? Είχα παραγγείλει και πάνω που θα ερχόταν το delivery". Έχει αρχίσει δίαιτα και έχει πέσει πείνα και των γονέων. Ο πεινασμένος delivery ονειρεύεται.



Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Μια φορά και έναν καιρό ήταν το Πάσχα

Φέτος για το Πάσχα είχαμε αποφασίσει να πάμε στο πατρικό του Θ. Αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, η αδερφή μου γελά. Αποφάσισε να γεννήσει Μ. Τετάρτη. Έτσι αντί να πάμε όλοι μαζί στο πατρικό του Θ, πήγε μόνος του και εγώ έφυγα για το δικό μου πατρικό για να πάω να δω την Sisterούλα που γέννησε το τρίτο της παιδάκι. Τρεις γέννες έχει κάνει και σε καμία δεν ήμουν εκεί. Την πρώτη φορά είχα πάρει άδεια 3 μέρες, περίμενα να γεννήσει, περίμενα, περίμενα, τίποτα. Μου τελείωσε η άδεια και γύρισα Αθήνα. Ξημερώματα της ίδιας ημέρας που γύρισα Αθήνα με πήρανε τηλέφωνο ότι είναι στο μαιευτήριο. Ξανά άδεια και πάλι πίσω. Στο δεύτερο παιδάκι της, περιμέναμε να γεννήσει με 3 βδομάδες διαφορά με την κουμπάρα μου. Αποφασίζω και εγώ να πάω στην αδερφή μου που είχε ημερομηνία τοκετού πρώτη. Παρασκευή πήγα στην Sis, Σάββατο με πήραν τηλέφωνο από Αθήνα ότι γέννησε η κουμπάρα μου. Κυριακή έφυγα για Αθήνα να δω την κουμπάρα μου, Τρίτη με πήρανε τηλέφωνο ότι γέννησε η αδερφή μου. Γενικά δεν το έχω! Κάθε φορά που γεννάει κάποια εγώ λιώνω στα χιλιόμετρα.

Το σερί δεν άλλαξε ούτε φέτος. Δευτέρα του Πάσχα υπολόγιζα να πάω στο πατρικό μου, Μεγάλη Τετάρτη γέννησε η αδερφή μου. Έτσι λοιπόν αφού πέρασα τρεις μέρες και δυο νύχτες στο μαιευτήριο να εκτελώ χρέη μαίας την Παρασκευή έφυγα με το ΚΤΕΛ για το πατρικό του Θ. Πέρασα από βουνά, λίμνες, ποτάμια και λαγκάδια και στο τέλος έφτασα στα Γιάννενα για να πάρω και δεύτερο ΚΤΕΛ και μετά από 8 ώρες να φτάσω επιτέλους στον προορισμό μου. Δεν πειράζει όμως που ταλαιπωριέμαι εγώ αρκεί που όλα πήγαν καλά και το  bebe είναι πιο πάνω από όμορφο (ναι είμαι κουκουβαγιοθεία και το παραδέχομαι).

Στο πατρικό του Θ περάσαμε όμορφα. Ψήσαμε, φάγαμε, ξεπαγιάσαμε... Εγώ είχα πάρει ρούχα θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη και εκεί ο καιρός ήταν βρέχει πάλι απόψε στη μικρή τη γειτονιά. Μέχρι και χαλάζι έριξε! Τη μέρα του επιταφίου φορέσαμε τα μεταξωτά και να φυσάει και πήγαμε στην εκκλησία. Με το που φτάσαμε άρχισε να ψιχαλίζει. Εγώ σαν sweety που είμαι έπιασα αμέσως ένα υπόστεγο και πρόσεχα μην βραχούν οι μπαλαρίνες μου. Τότε ξαφνικά πιάνει μια βροχή από αυτές που σκέφτεσαι να χτίσεις Κιβωτό. Και τότε όλοι βρέθηκαν να στριμώχνονται μαζί μου στο υπόστεγο. Μετά από λίγο η βροχή κόπασε και αποφάσισαν να βγάλουν τον επιτάφιο για την περιφορά. Βγαίνει ο επιτάφιος, βγαίνουν και οι πιστοί. "Πάμε και εμείς" μου λέει η πεθερά-to be. "Μπα, θα σας περιμένω εδώ" λέω η αθεόφοβη. Και τότε, με το που βγήκε και ο τελευταίος πιστός από την εκκλησία, ρίχνει ένα χαλάζι. Κορόμηλο! Που σε πονεί και που σε σφάζει. Τρέχαν οι πιστοί να κρυφτούνε και μείναμε οι αθεόφοβοι να γελάμε κάτω από τα μουστάκια μας (και κάτω από το υπόστεγο μη ξεχνιόμαστε) στεγνοί και καθαροί.

Έτσι όμορφα κύλησαν οι μέρες μας και ήρθε η ώρα να φύγουμε. Είχαμε να συνεχίσουμε το tour που είχαμε ξεκινήσει στην ελληνική ύπαιθρο. Επόμενος σταθμός Θεσσαλία. Δυο φίλοι παντρευόταν και δεν μπορούσαμε να λείψουμε! Ο γάμος πολιτικός και άκρως εναλλακτικός. Για να καταλάβετε μετά το φαγητό αντί να σύρουμε τον χορό παίξαμε ποδόσφαιρο! Και έτσι αφού τους παντρέψαμε και αυτούς πήγαμε στο πατρικό μου για να κάνουμε γούτσου γούτσου τον μπέμπη. Αλλά αντί για γούτσου γούτσου, βρεθήκαμε να το παίζουμε παντρεμένοι με παιδιά. Τα ανιψάκια μου. Των οποίων, λόγω των γεγονότων, είχα πάρει την προσωρινή επιμέλεια. Πήγαμε σε κούνιες, πήγαμε σε καφέ με παιδότοπο, πήγαμε στο γήπεδο να παίξουμε μπάλα. Διαγώνισμα για το πόσο καλός πατέρας θα γίνει ήταν αυτό για τον Θ και όχι διήμερο. Για την ιστορία θα σας πω ότι κόπηκε. Το απόγευμα, ήταν η ώρα για το φρούτο τους. Άντε πείσε τώρα εσύ ένα κακόφαγο τετράχρονο και ένα κακόφαγο δίχρονο να φάνε το μήλο τους. Ο Θ είχε κουραστεί από το πρωί με τα πιτσιρίκια και είχε βρει μια τρύπα για να χωθεί. Εγώ για να τα ταΐσω σκέφτηκα να τους βάλω στρουμφάκια. Παίρνω τηλέφωνο τον Θ (στην έπαυλη που ζούμε μόνο με τηλέφωνο επικοινωνούμε εμείς) και του λέω να μου κατεβάσει το ipad και τα μήλα. Περνάνε 5', τίποτα. Περνάνε 10', τίποτα. Στα 15' ανέβηκα μόνη μου να τα πάρω και τον βρήκα να χαριεντίζεται με ένα φίλο του στο skype. "Δεν κατάλαβα ότι τα θες τώρα". Όχι  φίλε μου, τα ζήτησα τώρα για να τα αφήσω να ωριμάσουνε να τα κάνω κομπόστα. Με άφησε μόνη μου ο αχαΐρευτος με δυο πιτσιρίκια να μην έχω τι να τα κάνω. Ευτυχώς είχα την στρουμφίτα σύμμαχο και ευτυχώς δεν χέστηκε κανένα.

Φεύγοντας στον δρόμο προς Αθήνα μου λέει "Ωραία ήτανε. Πλάκα είχανε τα πιτσιρίκια. Εμείς πότε θα κάνουμε ένα να το προσέχεις?" Ε, τώρα τι του λες?





Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Εντό στο Πακιστάν όλα καλά..

Κάποιοι φίλοι μου έχουν ένα μικρό μαγαζάκι με μικροπράγματα από αυτά που έχουν τα πάντα το πολύ τρία ευρώ. Αποφάσισαν λοιπόν, για τις άγιες τούτες μέρες του Πάσχα να φτιάξουν λαμπάδες και να τις πουλάνε κοψοχρονιά. Και για να φτιάξεις φθηνές λαμπάδες δυο πράγματα χρειάζεσαι. Φθηνά υλικά και φτηνά εργατικά χέρια. Και όταν χρειάζεσαι φτηνά εργατικά χέρια δύο επιλογές έχεις. Ή πας στο Πακιστάν ή αγγαρεύεις τους φίλους σου. Tώρα ποιος φυσιολογικός έμπορος επιλέγει εμάς για να φτιάξουμε τις λαμπάδες που θα πουλάει στο μαγαζί του? Αυτό είναι ένα άλλο θέμα που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Εγώ ως γνωστόν δεν το έχω πολύ με τα καλλιτεχνικά. Αλλά φαντάσου ότι σε αυτή την ομάδα εργασίας ήμουν η καλύτερη. Στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος συνήθιζε να λέει η μαμά μου. Βασικά δεν ήμουν τόσο η καλύτερη όσον αφορά την πρωτοτυπία και την καλλιτεχνία (δε ξέρω καν  να κάνω φιόγκους, καταλαβαίνετε επίπεδο) αλλά ήμουν γρήγορη. Και αυτό εντό στο Πακιστάν πολύ το εκτιμάει το αφεντικό!Έτσι λοιπόν εκεί που οι άλλοι είχαν φτιάξει μισή λαμπάδα και έψαχναν να βρουν τι χρώμα κορδέλα ταιριάζει στην πορτοκαλί πεταλούδα εγώ είχα φτιάξει ήδη πέντε λαμπάδες και προχωρούσα προς την έκτη. Και αυτό εντό στο Πακιστάν πολύ το εκτιμάει το αφεντικό! Οχι, όχι δε δούλευα κάτω από πίεση. Αφεντικό καλό, μου έντωσε λίγο νερό μετά από ντίο ώρες...

Η φίλη μου είχε φτιάξει ένα σωρό καλούδια και τα είχε αραδιάσει πάνω στο τραπέζι για να φάμε εμείς τα φτηνά, εργατικά, λιμασμένα χέρια. Παρόλα αυτά το αφεντικό δε με άφησε να φάω μπουκιά. Έπρεπε να βγει η παραγωγή και δεν προλάβαινα. Έβγαλα 60 λαμπάδες σε 3 ώρες. Αλλά παράπονο δεν έχω. Στο τέλος μου δώσανε να φάω μια φέτα τσουρέκι Τενκερλή. Γιατί άμα δε φας στις 12:00 τα μεσάνυχτα  τσουρέκι τίγκα στην σοκολάτα, πώς θα τα χάσεις τα τρία κιλά μου λες?

Τελοσπάντων το θετικό είναι ότι οι λαμπάδες μου κάνουν θραύση. Σκέφτομαι να το κάνω επάγγελμα. Ειδικά μετά από μια επίσκεψη που έκανα στο Attica και είδα να πουλάνε λαμπάδα όμοια με τη δική μου στα 19,95€, έτοιμη είμαι να αγοράσω πάγκο και τον στήσω Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου γωνία. Τώρα ειδικά που έφτιαξα για πρώτη φορά και τσουρέκια, θα τον εξελίξω τον πάγκο. Λαμπάδες και τσουρέκια μαζί!

Ελπίζω να καταλάβατε ότι όλη αυτή η ανάρτηση έγινε για να αυτοθαυμαστώ που έφτιαξα για πρώτη φορά τσουρέκια και μου πέτυχαν! Βγήκαν βέβαια λίγο μικρά (το 1/5 από ένα κανονικό τσουρέκι εμπορίου) αλλά τι θες κύριε? Κάνουμε δίαιτα για αυτό τα έκανα έτσι. Όχι επειδή νόμιζα ότι θα φουσκώσουν στο φούρνο 5 φορές πάνω... Ο Θ μόλις έφαγε από τα τσουρέκια μου αναφώνησε με την γλυκύτητα που τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο: "Είναι υπέροχα... Μα φυσικά, έχεις καταπληκτική συνταγή για να μου τα κάνεις τσουρέκια. Έχεις προϋπηρεσία πια..."

Και αυτή ήταν η τελευταία μπουκιά που έφαγε. Γενικώς....



Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Τα γενέθλια του Θ.

Θυμάστε μια ιστορία που γράφαμε πριν λίγες μέρες (για τον Στέλιο και την Βάσια)? Ε, λοιπόν αποφασίσαμε να το κάνουμε e-book και να το μοσχοπουλήσουμε διαθέτοντας το δωρεάν. Για αυτόν τον λόγο μου ζήτησαν μια φωτογραφία μου για να μπει δίπλα από το βιογραφικό μου. Πάω λοιπόν χθες σπίτι, ανοίγω τον υπολογιστή και άρχισα να ψάχνω για μια φωτογραφία που να αχνοφαίνομαι. Που κατέληξα? Ότι δεν έχω. Σε όλες κοιτάω καρφί την κάμερα και έχω και το χαμόγελο της Colgate. Δηλαδή έλεος. Παντού σε όλες τις φωτογραφίες πρώτη μουρή είμαι η ψωνάρα. Μπροστά εγώ και από πίσω να αχνοφαίνονατι οι υπόλοιποι. Βέβαια για αναζήτηση φωτό προφίλ ξεκίνησε σε νοσταλγία κατέληξε. Είδα φωτογραφίες από πέρυσι το καλοκαίρι και θυμήθηκα πόσο υπέροχα είχαμε περάσει! Είδα φωτογραφίες από παλιούς γάμους φίλων. Είδα φωτογραφίες από τα περσινά μου γενέθλια και θαύμασα την τούρτα μου η οποία δεν συγκρίνεται βεβαίως βεβαίως με την καταπληκτική (ακούς Νάσια?) τούρτα που έφτιαξα φέτος για τα γενέθλια του Θ.

Γινόταν 33 φέτος το καμάρι οπότε αποφασίσαμε να το γιορτάσουμε αναλόγως. Χωρίς ξέφρενα πάρτι, χορούς και πιοτί. Είπαμε να καλέσουμε "λίγους" φίλους για φαγητό την Κυριακή. Όχι πολλούς, 20 ατομάκια! Και πότε μου το λέει ο Θ ότι ο αριθμός από 10 αυξήθηκε σε 20? Το Σάββατο το βράδυ! Oh Yeah...Θα φάμε ποδαράκια Χριστίνας με αέρα κοπανιστή Μυκόνου. Ευτυχώς που με το φαγητό σε συγκεντρώσεις με διακατέχει μια υπερβολή και ευτυχώς που η μαμά μου έχει το Κατοχικό σύνδρομο οπότε μου είχε τιγκάρει την κατάψυξη με κρέατα. Και ευτυχώς που είχα πάρει πλαστικά πιάτα , γιατί αλλιώς μας έβλεπα να περιμένουμε να πλύνουμε το πιάτο του πρώτου  για να φάει ο δεύτερος... Ωραία περάσαμε πάντως! Γελάσαμε, σβήσαμε κεράκια και κλάψαμε με ένα πολύ όμορφο δώρο... 

Μέσα σε ένα φάκελο ένα ζευγάρι φίλων μας είχε βάλει μια φωτοτυπία. Φαντάστηκα ότι θα είναι κάτι από κανένα site προσφορών και βιαζόμουν να δω τι είναι. Μασάζ ή ξενοδοχείο για Σαββατοκύριακο ήταν οι δύο επικρατέστερες επιλογές μέσα στο μυαλό μου. Αντ' αυτού οι φίλοι μας είχανε βάλει μέσα ένα υπερηχογράφημα!!! Η φίλη μου είναι έγκυος!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Και εγώ είμαι καταχαρούμενη γιατί της αξίζει πάρα πολύ! Αν και για να πω την αλήθεια στην αρχή σοκαρίστηκα. Πολύ! Παίζει να τους πήρε και μισή ώρα για να με πείσουν ότι δεν μου κάνουν πλάκα...Αυτή η φίλη μου είναι από τα τελευταία άτομα που περίμενα να γίνει άμεσα μητέρα. Έπεσε το τελευταίο μου οχυρό!

Και τότε ρίξανε τον κλήρο
και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα είναι ο επομενός
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα είναι ο επομενός
οεοέ οε οε 

Κι ο κλήρος πέφτει στη Χριστίνα 
κι ο κλήρος πέφτει στη Χριστίνα
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσα 
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσα 
οεοέ οε οε

Δεν υπήρξε ένας που να του το πω και να μη μου είπε "και στα δικά σου..." -παύση, πονηρό χαμογελάκι- "και γρήγορα, τι κάθεσαι?". Με αποκορύφωμα την μάνα μου που της λέω στο τηλέφωνο "Μάντεψε , ποια είναι έγκυος?". "Εσύ" μου απαντάει γεμάτη χαρά.

Πάει, δεν υπάρχει σωτηρία!





Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Που πάει ο έρωτας όταν φεύγει?

Πόσο υποκειμενικός είναι ο έρωτας? Δεχόμαστε όλοι το ίδιο σαν έρωτα? Ή άλλο δέχομαι εγώ και κατά πάσα πιθανότητα άλλο εσείς. Πέρασε πολύ καιρός για να καταλάβω ότι πρέπει να σταματήσω να συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους. Άλλο θεωρώ εγώ υπέρτατο έρωτα και άλλο κάποια φίλη μου. Για παράδειγμα το μέγιστο που μπορώ να ερωτευτώ εγώ μπορεί να είναι το ελάχιστο κάποια άλλης. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί στα συναισθήματα εγώ μπορεί να είμαι πιο ουσιαστική. Αλλά και πάλι, πόσο αντέχει ο άνθρωπος ερωτευμένος? Μπορεί να αντέξει ο έρωτας στον χρόνο ή απλά μετουσιώνεται σε αγάπη? 

Εγώ για παράδειγμα έχω συνδυάσει τον έρωτα με πόνο. Όταν είμαι υπερβολικά ερωτευμένη πονάω. Γιατί δεν αντέχω την ανασφάλεια του έρωτα. Γιατί δεν αντέχω τα συμπτώματα του έρωτα. Την αδυναμία συγκέντρωσης σε οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτόν. Την ανυπομονησία πάνω από το τηλέφωνο για το πότε θα χτυπήσει.Το στομάχι μου που είναι κόμπος. Το γεγονός ότι όλα τα άλλα τριγύρω μου, μου μοιάζουν ασήμαντα.

Προχθές πήγα για καφέ με μια φίλη μου η οποία, μετά από πολύ καιρό που ήταν μόνη της, γνώρισε κάποιον και πλέον πλέει σε ροζ πελάγη ευτυχίας. Όση ώρα ήμασταν για καφέ το τηλέφωνο της  χτύπησε τρεις φορές. Όση ώρα ήμασταν για καφέ το τηλέφωνο μου χτύπησε μία. Τις φορές που χτύπησε το τηλέφωνο της ήταν ο κος Ζούζουνος που του έλειπε η Ζουζουνίτσα του. Την φορά που χτύπησε το τηλέφωνο μου ήταν ο Θ που του έλειπαν τα τσιγάρα του. Όταν φύγαμε από την καφετέρια η φίλη μου μου είπε "είναι το μωρό μου σπίτι και βιάζομαι, λέω να πάρω ταξί". Εγώ της είπα "είναι ο Θ σπίτι λέω να περπατήσω".

Περπατώντας συνειδητοποίησα ότι σχεδόν την ζήλευα. Για όλα αυτά που, ναι εγώ τα έχω κάνει, αλλά ζήλευα που δε θα τα ξανακάνω. Μου λείπουν όλα αυτά τα "η πρώτη φορά". Η πρώτη φορά που θα φιληθείτε, η πρώτη φορά που θα βγείτε ραντεβού. Η αμηχανία. Τα ντροπαλά αλλά και τα τόσο υποσχόμενα βλέμματα των πρώτων ημερών. Το άγχος για να είσαι τέλεια. Η αγωνία για το αν τελικά σε θέλει και η επιβεβαίωση αμέσως μετά. Τα συναισθήματα που είναι τόσο έντονα στις αρχές. Τα πρώτα Σαββατοκύριακα, που διαλέγεις προσεχτικά τα ρούχα που θα πάρεις μαζί.Τις πρώτες φωτογραφίες που θα βγάλετε μαζί. Τις πρώτες του ατάκες που σου δείχνουν ότι η σχέση σας θα έχει μέλλον.

Μου λείπει το παιχνίδι.

Και γίνεται να μένεις με κάποιον χωρίς να είσαι ερωτευμένος? Αρκεί να τον αγαπάς? Μήπως αυτό ήταν? Μήπως ξεφούσκωσε? Μήπως είστε μαζί από συνήθεια? Και ουπς, κάνεις πάλι το ίδιο λάθος. Σκέφτεσαι, οι άλλοι τι νιώθουν? Είναι ερωτευμένα όλα αυτά τα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί και απλά εμείς είμαστε η εξαίρεση? Και μετά ξαφνικά τσακώνεστε και για την υπόλοιπη μέρα είσαι χάλια. Αδυνατείς να συγκεντρωθείς  σε οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτόν. Στέκεσαι ανυπόμονα πάνω από το τηλέφωνο και περιμένεις να χτυπήσει. Το στομάχι σου είναι κόμπος και όλα τα άλλα τριγύρω σου, σου μοιάζουν ασήμαντα.

Και μήπως τελικά αυτά τα συμπτώματα μοιάζουν πολύ σε έρωτα?



Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Δεκαπέντε συν ένας μπλόγκερς ... Πεπρωμένο


Για πρώτη φορά θα γράψω μυθιστορηματικά (για αυτό μη με πάρετε με τις πέτρες). Η παρακάτω ιστορία είναι το έβδομο μέρος μιας σκυταλοδρομίας μυθοπλασίας μεταξύ μπλόκερς. Με σειρά εμφάνισης σας παρουσιάζω τη συγγραφική ομάδα (ως τώρα):

  1. Πέτρος: Μια συνάντηση
  2. @ριστέα: Ακολουθώντας το ένστικτο
  3. Χριστίνα: Ακατανίκητη έλξη
  4. Κατερίνα Βαλσαμίδη: Η παρεξήγηση
  5. Έλενα Λ: Χάθηκαν όλα;
  6. Εκφράσου: Η συμφιλίωση

Πεπρωμένο

Ήταν χαρούμενη. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ήταν ξανά χαρούμενη. Μόλις είχε φύγει από το σπίτι του Στέλιου. Έπειτα από τρεις μέρες έπρεπε επιτέλους να πάει και λίγο σπίτι της. Πάνω της είχε ακόμα την μυρωδιά του. Λάτρευε τον τρόπο που μύριζε. Την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά του. Ήταν σίγουρη ότι θα αναγνώριζε την μυρωδιά του ακόμα και με κλειστά μάτια. Σταμάτησε στο φανάρι και περίμενε να ανάψει πράσινο για να περάσει απέναντι όταν ξαφνικά ένιωσε ξανά εκείνη την γνωστή ζάλη. Πιάστηκε από την κολόνα δίπλα της και ανάσανε βαθιά. Αυτές οι ζαλάδες είχαν γίνει όλο και πιο έντονες τελευταία. "Ίσως έχει δίκιο ο Στέλιος, πρέπει να πάω να κάνω εξετάσεις. Ο αιματοκρίτης μου θα είναι στα πατώματα" σκέφτηκε. Ήταν και εκείνο το λιποθυμικό επεισόδιο που την είχε θορυβήσει. "Αύριο το πρωί θα πάω για εξετάσεις" αποφάσισε και μπήκε στο κατάστημα στο οποίο από καιρό είχε προσέξει ένα φόρεμα στην βιτρίνα. Σήμερα θα βγαίνανε μαζί για πρώτη φορά. Ήταν περίεργο το πόσο ανάποδα τα είχανε κάνει όλα. Είχαν κοιμηθεί μαζί, είχαν τσακωθεί και ακόμα δεν είχαν βγει ένα πρώτο ραντεβού.

Είχε αρχίσει από νωρίς να ετοιμάζεται για το βράδυ. Δεν ήξερε που θα πηγαίνανε, ήταν έκπληξη της είχε πει. Εκείνη είχε φορέσει το καινούριο της πράσινο φόρεμα και είχε αφήσει τα μαλλιά της λυτά πάνω στους ώμους της. Στις 9 ακριβώς άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας. "Κατεβαίνω" φώναξε στο θυροτηλέφωνο ενώ έκλεινε κιόλας πίσω της την πόρτα. Ήταν έτοιμη από ώρα, είχε άγχος λες και ήταν 16 και έβγαινε πρώτο ραντεβού. Κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη του ασανσέρ και γέλασε με τον εαυτό της "γιατί έχεις άγχος ρε χαζή? Σε έχει ξαναδεί" θύμισε στον εαυτό της. Στην αυλή του σπιτιού την περίμενε ο Στέλιος. Με το που την είδε σάστισε, τόσες μέρες την είχε συνηθίσει πιο απλή και ξαφνικά είδε μπροστά του μια άλλη Βάσια. "Είσαι πολύ όμορφη" της ψιθύρισε στο αυτί και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. "Μόνο στο μάγουλο?" του είπε εκείνη κοιτάζοντας τον πονηρά. "Πρώτο ραντεβού, είπαμε. Μη με πεις και λιγούρη". Μπήκανε μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκινήσανε. "Πού θα πάμε? τον ρώτησε. "Είπαμε, έκπληξη" της απάντησε εκείνος. Μετά από μια σύντομη διαδρομή φτάσανε έξω από το μαγαζί του κυρ- Μιχάλη. Ο Στέλιος βγήκε από το αυτοκίνητο και με συνωμοτικές κινήσεις της έκανε νόημα να κάνει ησυχία. "Τι γίνεται? Τι κάνουμε εδώ?" τον ρώτησε χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. "Θα παραβιάσουμε το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Έχε μου εμπιστοσύνη" της είπε και έβγαλε από την τσέπη του μια αρμαθιά κλειδιά. Η Βάσια κοίταξε ανήσυχη δεξιά, αριστερά. "Τι κάνω" σκέφτηκε. "Που έχω μπλέξει? Και εάν είναι τρελός? Και εάν είναι εγκληματίας?" Κρύος ιδρώτας είχε αρχίσει να την λούζει και πάνω που ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, ο Στέλιος άνοιξε την πόρτα από το καφενεδάκι. Μια γλυκιά μουσική ξεχύθηκε από μέσα. Πάνω στο ασπρόμαυρο πάτωμα ήταν σκόρπια δεκάδες κεριά και στο κέντρο ένα μοναδικό τραπέζι περίμενε τους ξεχωριστούς του καλεσμένους. Η Βάσια ήταν άφωνη. "Πότε τα έκανες όλα αυτά?"αναρωτήθηκε. "Ουφ ευτυχώς , δεν έπιασε φωτιά δε λες! Το είχα ένα άγχος. Ευτυχώς ο κυρ Μιχάλης έχει καλή ασφάλεια πυρός" της είπε γελώντας και την σήκωσε στον αέρα. "Ήθελα στο πρώτο μας ραντεβού να έρθουμε εδώ. Εδώ που σε γνώρισα." της είπε και την φίλησε με πάθος.

Είχε περάσει σχεδόν μια εβδομάδα από εκείνο το βράδυ στο καφενείο. Μια εβδομάδα που κύλησε σχεδόν σαν όνειρο. Με αυτούς του δυο να κάνουν βόλτες , να βλέπουν ταινίες και να μιλάνε. Ποτέ στη ζωή της δεν πίστευε ότι θα έβρισκε κάποιον με το οποίον θα είχε τόσα θέματα να συζητάει. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα έβρισκε κάποιον που θα την κάνει να γελάει τόσο συχνά. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα γινόταν χαρούμενη απλά και μόνο μαγειρεύοντας σε κάποιον. Εκείνη την μέρα ήταν ήδη μεσημέρι και η Βάσια μαγείρευε στο σπίτι του Στέλιου. Από τότε που τα ξαναβρήκανε δε θυμάται να είχε κοιμηθεί κάποιο βράδυ σπίτι της. Είχε μόλις βάλει το γιουβέτσι στο φούρνο όταν χτύπησε το κινητό της. "Ναι, παρακαλώ η κυρία Νικολάου?" την ρώτησε μια ευγενική φωνή στο τηλέφωνο. "Η ίδια" απάντησε. "Σας τηλεφωνούμε από το μικροβιολογικό κέντρο που κάνατε τις εξετάσεις πριν λίγες μέρες. Φαίνεται ότι κάτι δεν πήγε καλά στις εξετάσεις σας. Θα μπορούσατε να έρθετε να κάνετε μια επαναληπτική εξέταση? Μην ανησυχείτε δεν είναι τίποτα" άκουσε να της λέει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής αλλά αντί να την καθησυχάσει την ανησύχησε περισσότερο. "Μπορείτε να μου πείτε τι συμβαίνει?" την ρώτησε επίμονα η Βάσια. "Τίποτα σοβαρό. Ελάτε όμως από εδώ αύριο κιόλας. Κάποιο πρόβλημα με τα λευκά σας" της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνη την ώρα μπήκε μέσα στο σπίτι ο Στέλιος και έτσι όπως την είδε χλωμή ανησύχησε "Είσαι καλά? την ρώτησε. Η Βάσια ετοιμάστηκε να του πει τα πάντα, για το τηλεφώνημα , για τις εξετάσεις για όλα, αλλά εκείνη την ώρα το μάτι της έπεσε σε μια φωτογραφία που είχαν βγάλει οι δυο τους πριν δυο μέρες. Φαινόταν τόσο χαρούμενοι και οι δύο. Αμέσως μετά το μάτι της έπεσε στην άδεια κορνίζα πάνω στο ξύλινο σκαλιστό έπιπλο. "Ναι, μια χαρά. Απλά δεν πέτυχα το φαγητό και στεναχωρήθηκα" του απάντησε και αμέσως του χαμογέλασε.

Τις επόμενες μέρες ο Στέλιος τις πέρναγε στη δουλειά και η Βάσια στην πολυκλινική κάνοντας εξετάσεις. Ακόμα δεν του είχε πει τίποτα. Ήθελε πρώτα να το σιγουρέψει. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει χωρίς λόγο. Εκείνο το πρωί εκείνος έφυγε όπως πάντα και την φίλησε απαλά στο μάγουλο για να μην την ξυπνήσει. Ένα λεπτό μετά σηκώθηκε και εκείνη. Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Θα έπαιρνε τα αποτελέσματα των εξετάσεων και θα ήξερε επιτέλους τι είχε ακριβώς. Είχε ραντεβού στις 10 με τον γιατρό αλλά δεν άντεχε να περιμένει. Ντύθηκε γρήγορα, φόρεσε για γούρι το μπλε φουλάρι που φορούσε την ημέρα που τον γνώρισε, και πήγε στην πολυκλινική. Δεν περίμενε πολύ στην κρύα αίθουσα αναμονής όταν η γραμματέας φώναξε το όνομα της. "Ο γιατρός σας περιμένει, περάστε". Μπήκε με ασταθή βήματα στο ιατρείο και κάθισε σε μια καρέκλα. Ο γιατρός δεν ήταν όσο αυστηρός ήταν συνήθως και αυτό την ανησύχησε περισσότερο."Έχετε έρθει μόνη? την ρώτησε και εκείνη του έγνεψε καταφατικά. "Δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν είναι καλά. Είναι αυτό που φοβόμασταν από την αρχή. Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Πρέπει να αρχίσουμε χημειοθεραπεία άμεσα. Έχουμε αργήσει. Βάσια μ' ακούς?"

Βγήκε σαν υπνωτισμένη στον δρόμο και άρχισε να περπατάει. Λευχαιμία, χημειοθεραπείες, ποσοστά επιβίωσης, φάρμακα, μεθόδους θεραπείας όλα ήταν ανάκατα μέσα στο μυαλό της.  Τα άκουσε όλα αυτά ή μήπως τα φαντάστηκε? Άκουσε στα αλήθεια ότι δεν έχουν πολύ χρόνο? Όχι, δε μπορεί. Απλά αγχώθηκε και το μυαλό της άκουγε άλλα από αυτά που έλεγε ο γιατρός. Αύριο θα πήγαινε μαζί με τον Στέλιο στον γιατρό. Αυτός δε μπορεί, θα τα καταλάβαινε καλύτερα. Κάθησε σε ένα παγκάκι. Που βρισκόταν? Ούτε που ήξερε πόση ώρα είχε περπατήσει. Ξαφνικά ένας ήχος την έκανε να πεταχτεί από τη θέση της. Το κινητό της, χτυπούσε το κινητό της. Ήταν ο Στέλιος. Μα φυσικά , θα είχε γυρίσει σπίτι δε θα την είχε βρει εκεί και θα ανησύχησε. Έμεινε να κοιτάει την οθόνη με το όνομα του χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να το σηκώσει μέχρι που αυτό σώπασε. Ξαφνικά τον σκέφτηκε μόνο του στο σπίτι. Μόνο του δίπλα από την άδεια κορνίζα. Το κινητό της χτύπησε ξανά αλλά πλέον το είχε πάρει απόφαση. "Δεν είμαστε τυχεροί Στέλιο" ψιθύρισε. Το χέρι της κινήθηκε αποφασιστικά και πάτησε το πλήκτρο της απόρριψης. "Η κλήση σας τερματίστηκε" αναγράφτηκε στην οθόνη του κινητού.






Ακολουθεί η Κλαυδία που θα φιλοξενηθεί στην Πέτρας.


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Τρεις μέρες μόνο....

Μόλις τελείωσε το πιο καταθλιπτικό, βαρετό και μίζερο τριήμερο της ζωής μου! Είχαμε κανονίσει, εγώ δηλαδή, να πάμε να καρναβαλίσουμε στην πόλη της Καλαμάτας. Ο Θ έδειξε από την αρχή ότι δεν ψηνόταν αλλά εγώ είχα την πεποίθηση, μέχρι τελευταία στιγμή, ότι θα τον ψήσω. Δυστυχώς αντί να ψήσω αυτόν , ψήθηκα εγώ. Δηλαδή τι ψήθηκα, κάηκα! 

Μια μέρα πριν αναχωρήσουν οι υπόλοιποι για Καλαμάτα εγώ κάνω στην ύστατη προσπάθεια να τον πείσω να πάμε και εμείς με λογικά επιχειρήματα (κράτησα την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω), αλλά ούτε τα λογικά μου επιχειρήματα τον έπεισαν. Και αφού πλέον το έχω πάρει απόφαση ότι δε θα πάμε πουθενά λέω "δε βαριέσαι, καλά θα περάσουμε και στην Αθήνα, θα βγούμε, θα ντυθούμε, καλά θα περάσουμε". Και τι πάει και κάνει ο άτιμος ο άντρας? Πάει και αρρωσταίνει. Επίτηδες...Πήγε και κόλλησε ο αχρείος από εμένα! Πέντε εργάσιμες ημέρες ήταν περδίκι, το Σαββατοκύριακο-τριήμερο πήγε και αρρώστησε! Έτσι άφησα κατά μέρος τα ξέφρενα πάρτι, τις τρελές στολές που ονειρευόμουν και ντύθηκα νοσοκόμα. Όχι σέξι, αυτό του έλειπε. Φράου νοσοκόμα ντύθηκα.

Για να μην τα πολυλογώ δεν κάναμε τίποτα όλο το τριήμερο. Που και να θέλαμε δηλαδή τι να κάναμε και με ποιον? Οι μοναδικοί φίλοι που είχαν ξεμείνει στην Αθήνα ήταν μια έγκυος και ένα ζευγάρι με ένα μωρό 6 μηνών και μας είχαν βάλει και οι δυο σε καραντίνα. Άσε που δεν έφτανε που ήμασταν κλεισμένοι μέσα , είχα και τη μάνα μου να μας παίρνει δυο φορές τη μέρα τηλέφωνο και να με ρωτάει "τι νέα?". Να εδώ μωρέ, ένα περιστέρι κουτσούλισε μόλις τη βεράντα.Τι νέα μπορεί να έχει ένας έγκλειστος άνθρωπος? Να φτιάξει τσάι και αντί για μέλι να βάλει ζάχαρη? Naughty...

Τελοσπάντων επειδή αυτό ήταν το δεύτερο Σαββατοκύριακο εγκλεισμού δεν ήμουν πολύ καλά και αυτό έβγαινε και προς τα έξω.Δε φταίω εγώ, από μικρή έτσι ήμουν. Εάν έμενα πάνω από δύο μέρες μέσα στο σπίτι την τρίτη μέρα έπρεπε να φοράω ταμπέλα "προσοχή δαγκώνει". Μιλάμε για τρελά νεύρα..Τη Δευτέρα ο καιρός ήταν χάλια, ο Θ συνέχιζε να βήχει και εγώ είχα φορέσει ήδη το άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια που δένουν πίσω. Έτσι ο Θ μάζεψε όσο κουράγιο είχε και δέχτηκε να πάμε ως τη γωνία σε ένα ταβερνάκι για φαγητό. Πήραμε τηλέφωνο να κάνουμε κράτηση και ο τύπος δεν είχε τραπεζάκι για δύο άτομα! Που δηλαδής ήμαρτον , ξεχύθηκαν από όλες τις γειτονιές να ρθούνε να φάνε στη δική μας τη γωνιά? Ε, δε με ήθελε...

Αυτά λοιπόν κάναμε εμείς το τριήμερο... Έλα λέγε, πέρασε κανείς χειρότερα?