Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Γιατί καλέ γειτόνισσα?

Σήμερα το πρωί βγαίνοντας από το σπίτι έπεσα πάνω στο γείτονα με τον οποίο δεν ανταλλάζουμε και πολλές κουβέντες. Δεν είναι ότι είναι κακός απλά είχε τη φαεινή ιδέα τον πρώτο μήνα που είχαμε μετακομίσει στο σπίτι να μας κάνει παρατήρηση. Είχαμε καλέσει φίλους για φαγητό και απλά συζητούσαμε. Σε κάποια φάση χτυπάει το κουδούνι και ήταν ο γείτονας ο οποίος μας την είπε ότι κάνουμε φασαρία. "Μα δεν έχουμε καν μουσική" του απάντησα. "Δεν έχει σημασία, μιλάτε δυνατά". Και σαν να μην έφτανε αυτό αποφάσισε να το τερματίσει λέγοντας "συνεχώς κάνετε φασαρία, χοροπηδάτε διαρκώς". Από τότε δεν έχουμε πολλά πάρε δώσε. Φασαρία και συγκεντρώσεις εννοείται ότι συνεχίζουμε να κάνουμε και εννοείται ότι δε μας ξαναέκανε παρατήρηση μετά από εκείνη τη φορά που τον στείλαμε "ευγενικά" σπίτι του.

Σήμερα το πρωί όταν βγήκα από το σπίτι έπεσα πάνω του. Μετά τις κλασικές καλημέρες-καλημέρες παρατήρησα από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού ότι όλα τα  μικροπράγματα ήταν μαζεμένα και τα έπιπλα ήταν καλυμμένα. "Μετακομίζετε?" τον ρώτησα. "Όχι απλά ανακαινίζουμε το μπάνιο" μου λέει καθώς μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ. "Ωχ του λέω θα έχετε φασαρία, σκόνη. Καλό κουράγιο. Εάν χρειαστείτε κάτι, νερό, οτιδήποτε, χτυπήσετε μου" του λέω. Και τότε το πρόσωπο του άστραψε, τα μάτια του χαμογέλασαν και μου είπε με την πιο γλυκιά φωνούλα "Αλήθεια το λες? Θα είστε σπίτι? Σε ευχαριστώ."

Ωρε λέω κοίτα χαρά που έκανε ο άνθρωπος επειδή του είπα να του δώσω λίγο νερό. Αλλά μόνο όταν απομακρύνθηκα συνειδητοποίησα ότι μόλις είχα πει σε έναν άνθρωπο που θα μένει σε ένα σπίτι χωρίς τουαλέτα για τρεις μέρες ότι εάν χρειαστεί ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ να μου χτυπήσει!

Εμ για αυτό άστραψε το προσωπάκι του!!

Και τώρα έχω ηθικό δίλημμα! Να γυρίσω σπίτι μετά τη δουλειά έτσι ώστε να πάει και ο άμοιρος τουαλέτα ή να πάω για καφέ και να τον αφήσω να τσουρουφλιστεί?



Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Όνειρο ήτανε

Είμαι πάνω σε ένα καράβι με πολύ κόσμο. Κάποιο πάρτι πρέπει να γίνεται και έχει πάρα πολύ φασαρία. Κόσμος χορεύει και μιλάει δυνατά. Στα αριστερά μας εμφανίζεται ένα νησί και όλοι τρέχουν να το δουν. Είμαστε πια όλοι μαζεμένοι από τη μία πλευρά του καραβιού. Ω, είναι τρομαχτικό. Πώς βρέθηκα εγώ πάνω στην κουπαστή? Μα καλά είναι τρελοί? Έτσι όπως έχει γείρει το καράβι θα πέσουμε. Είναι σίγουρο. Είναι θέμα χρόνου. Πλαφ. Πέφτω στη θάλασσα και το πλοίο φεύγει. Ένα κανό έρχεται και με μαζεύει. Που στα κομμάτια βρέθηκε το κανό καταμεσής της θάλασσας? Με βγάζει στη στεριά και απομακρύνεται. Ουφ, ευτυχώς είμαι καλά. Αλλά...Έπεσα. Δεν έπρεπε να πέσω. Μια γνώριμη φιγούρα με πλησιάζει από μακριά.

"Μαμά? Πώς βρέθηκες εδώ?" 
"Είσαι καλά?"
"Ναι, απλά έπεσα. Δεν έπρεπε να πέσω. Η γιατρός είχε πει να προσέξω να μην πέσω." 
"Ε, τι περίμενες? Και εγώ είχα αποβάλλει και εσύ θα αποβάλλεις."

Ξυπνάω. 

Τι ήταν αυτό τώρα? Παράξενο όνειρο. Μάλλον έχω άγχος. Το απόγευμα έχω ραντεβού με τη γιατρό για τη δεύτερη επίσκεψη. "Εάν δεν ακούσουμε καρδιά δεν είναι εγκυμοσύνη" τη θυμάμαι να λέει. Μακάρι όλα να πάνε καλά. 

Το απόγευμα συναντιόμαστε με τον Θ για φαγητό. Εκείνος τρώει με όρεξη ενώ εγώ μετράω τις μπουκιές μου. Ανακατεύομαι και νιώθω λίγο περίεργα. Πρώτη φορά στη ζωή μου θέλω να πιω κρασί. Εχω λίγο άγχος αλλά όλα θα πάνε καλά. Το πρωί έκανα και τη δεύτερη χοριακή και είχε τριπλασιαστεί. Ολα θα πάνε καλά. 

"Επ, καλώς την. Για να δούμε τι έχουμε... Ωραία, η τιμή της χοριακής μας επιτρέπει να κάνουμε υπέρηχο. Έχεις ναυτίες?"
"Εεε, λίγο".
"Καλό είναι αυτό. Σημαίνει ότι όλα πάνε καλά."

Κάνουμε την εξέταση και δε μιλάει κανείς. Ούτε εγώ, ούτε ο Θ, ούτε η γιατρός. Είναι σοβαρή γιατί έτσι είναι όταν εξετάζει ή επειδή βλέπει κάτι? 

"Δε βλέπω καθόλου εμβρυικά στοιχεία. Δεν πάει καλά. Σύνδρομο κενού σάκου. Έλα έξω να τα πούμε".

Ντύνομαι και πάω στο γραφείο. Ο Θ είναι ήδη εκεί με κατεβασμένα τα αυτιά σαν κουτάβι που το μάλωσαν. 

"Συμβαίνει πολύ συχνά. 1 στις 5 εγκυμοσύνες θα τερματιστεί. Και μένα μου συνέβη. Το καλό είναι ότι τώρα ξέρουμε ότι μπορείτε να συλλάβετε. Και συλλάβατε και πολύ νωρίς... Μπλα μπλα μπλα...."

Ήθελα απλά να φύγω.Ήθελα απλά να πάω κάπου όπου θα μπορούσα να κλάψω ήσυχα.

"Τι κάνουμε από εδώ και πέρα?"
"Περιμένουμε. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως η κύηση τερματίζεται μόνη της. Εάν δεν αποβάλλεις κάνε άλλη μια χοριακή την επόμενη Τρίτη και έλα ξανά  να σε δω μήπως και γίνει κανένα θαύμα, αλλά οι πιθανότητες είναι πολύ λίγες".

Βγαίνουμε από τη γιατρό και είμαστε κομμάτια. Φτάνουμε σπίτι και παίρνω τηλέφωνο τη μαμά μου.

"Έλα μαμά... Τι φασαρία είναι αυτή? Ποιος τσακώνεται?"
"Εγώ με τον αδερφό σου. Θέλει να πάρει το αυτοκίνητο να πάει στο Πήλιο."
"Και?"
"Είδα στον ύπνο μου ότι φορούσα κόκκινη μπλούζα. Κάτι κακό θα συμβεί. Δε θέλω να πάει με το αυτοκίνητο."
"Άστον να πάει.  Εχω να σου πω κάτι. Πριν μια εβδομάδα είχα κάνει ένα τεστ εγκυμοσύνης που βγήκε θετικό. Δεν ήθελα να σας το πω πριν το σιγουρέψω. Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Κενός σάκος."

Την επόμενη εβδομάδα κάνω ξανά τη χοριακή. Η τιμή της είχε τετραπλασιαστεί και μαζί με την τιμή της και οι ελπίδες μου. Μπορεί να είναι καθυστερημένη σύλληψη. Μπορεί να μην είδε καλά. Μπορεί να ήταν πολύ-πολύ μικρούλι και να μη φαινότανε. 

Το απόγευμα είμαστε πάλι στη γνώριμη καρέκλα της γιατρού. "Δυστυχώς. Δεν υπάρχει τίποτα και στην εβδομάδα που είσαι και με την τιμή της χοριακής που έχεις θα έπρεπε να βλέπουμε μωρό και να ακούμε καρδιά. Ας περιμένουμε άλλη μια εβδομάδα και μετά θα προχωρήσουμε σε απόξεση. Θέλω όμως σε τρεις μέρες να ξανακάνεις χοριακή".

Τέλος. 

Το Σάββατο ο Θ δούλευε και είχαμε κανονίσει να πάμε σε φίλους επίσκεψη. Στο δρόμο τσακωθήκαμε γιατί με έστησε 5' και βράχηκα με τρεις σταγόνες βροχής. Έκλαιγα μέσα στο αυτοκίνητο χωρίς να ξέρω γιατί. Όχι δεν ήταν στεναχώρια. Ήταν θλίψη. Βαθιά θλίψη και κατά κύριο λόγο ορμονική θλίψη. Αυτή η θλίψη που δε ξέρεις γιατί και πώς. Που ξέρεις ότι είναι χαζό που νευριάζεις και κλαις αλλά που δε μπορείς να το ελέγξεις. Είχα όλα τα συμπτώματα. Ναυτίες, αναγούλες, ορμόνες στα ύψη, υπνηλία αλλά μου έλειπε ένα βασικό σύμπτωμα, το έμβρυο.

Ψυχολογικά όσο περνούσαν οι μέρες ήμουν όλο και καλύτερα. Ίσως βοήθησε το γεγονός ότι ήξερα από την αρχή ότι η παλινδρόμηση μιας κύησης είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Ίσως επειδή είχα πάνω από πέντε γνωστές και φίλες που τους είχε συμβεί το ίδιο, ήταν σαν να το περίμενα.

Μετά από τρεις μέρες έκανα και την τελευταία χοριακή. Η τιμή της είχε ανέβει και άλλο. Γι αυτό ήμουν σκατά αντί να καλυτερεύω. Στέλνω μήνυμα στη γιατρό για να της πω τα αποτελέσματα και μου απαντάει "πάρε με τηλέφωνο τώρα". Δεν πρόλαβα να την πάρω τηλέφωνο και με παίρνει εκείνη.

"Κοίτα το γεγονός ότι η χοριακή συνεχίζει να ανεβαίνει με στάσιμο το σάκο με προβληματίζει και μας βάζει στα χωράφια της μύλης κύησης, μυ με υ" μου λέει ξέροντας ότι το επόμενο δευτερόλεπτο θα το έψαχνα στο ίντερνετ. "Μη πιστέψεις τίποτα από ότι διαβάσεις. Θέλω απλά το σάκο για να κάνουμε βιοψία γιατί εάν είναι μύλη δεν πρέπει να ξαναμείνεις έγκυος για τους επόμενους έξι μήνες. Μπορείς αύριο να κάνουμε την απόξεση?"

Απόξεση. Η λέξη που φοβόμουν. Και τελικά από ότι φοβάσαι δε γλιτώνεις. Η μαμά μου ήρθε τρέχοντας για να είναι είναι μαζί μου λες και θα έκανα εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Η πεθερά μου έλεγε στον Θ να πει στη γιατρό να με προσέξει. Λες και  εάν δεν της το λέγαμε θα με έσφαζε. Και γενικά μια κατάσταση βράστα Χαράλαμπε. 

Στο χειρουργείο τα είχα ψιλοπαίξει. Φανταστείτε ότι ο αναισθησιολόγος έκανε χιούμορ και εγώ δεν το κατάλαβα καν."Τώρα θα σε υπνωτίσω. Κοίτα το ρολόι"  μου λέει. "Που είναι το ρολόι?" του λέω ενώ ψάχνω με το βλέμμα τους άδειους τοίχους. "Πλάκα έκανα, ότι και καλά είμαι υπνωτιστής, ξέρεις επειδή θα σε κοιμήσω". Άστο γιατρέ, δεν το έχω σήμερα!

Κοιμάμαι....

Είμαι γυρισμένη στο πλάι ξαπλωμένη σε ένα πολύ μαλακό μαξιλάρι. Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μου και βλέπω τον Θ να μου γελάει.

"Είδα όνειρο" του λέω.

Ξανακλείνω τα μάτια μου και ξανακοιμάμαι.











Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Χρονοκάψουλα: Πάσχα 2015

Ναι το ξέρω ότι αύριο έχουμε Πρωτομαγιά αλλά επειδή εγώ τώρα ξύπνησα από τη χειμερία νάρκη που είχα πέσει αποφάσισα να σας μιλήσω για το φετινό μου Πάσχα. Το πρώτο Πάσχα ως παντρεμένη γυναίκα. Ως παντρεμένη λοιπόν έπρεπε να σύρω τον γαμπρό στον τόπο της νύφης για να σουβλίσει το αρνί. Αφού πρώτα είχαμε μια epic κουβεντούλα με τα πεθερικά  πήγαμε στους δικούς μου για Πάσχα.

Δυο βδομάδες και 5 μέρες πριν το Πάσχα:

Πεθερικά: "Πότε θα έρθετε για Πάσχα?
Εγώ: Δε θα έρθουμε για Πάσχα. Θα πάμε στους δικούς μου.
Σντουπ. Σέκος!

Δυο βδομάδες και 4 μέρες πριν το Πάσχα:

Πεθερικά: Πότε θα έρθετε για Πάσχα?
Εγώ: Γουρλωμένα μάτια, βαθιές αναπνοές.
Θ: Δε θα έρθουμε για Πάσχα. Θα πάμε στης Χριστίνας.

Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως!

Και για να μη με λέτε ξινή, είναι προσυμφωνημένα όλα. Το πάμε χρόνο παρά χρόνο. Του χρόνου θα πάμε στους δικούς του. Όλα και όλα. Υπάρχει προγαμιαίο συμβόλαιο το οποίο τηρούμε ευλαβικά.

Και εντάξει παντού καλά περνάμε αλλά να όπως και να το κάνεις στους δικούς μου περνάω καλύτερα!!!! Γιατί είναι δικοί μου και γιατί εκεί είναι τρεις φατσούλες - ανιψάκια πολύ αγαπημένα. 

Με τη μικρή η σχέση μας είναι αγάπη μόνο! Με περιμένει πώς και πώς. Τις μέρες που ξέρει ότι θα πάω κοιμάται στη γιαγιά για να με περιμένει και για όσες μέρες μένω εκεί είναι η προέκταση μου. "Πόσες μέρες θα μείνεις αυτή τη φορά?" με ρωτάει με του που με βλέπει στην πόρτα και αναλόγως την απάντηση που θα λάβει λέει "Ωραία ή Μόνο?" Θέλει να προγραμματίσει πόσα προλαβαίνουμε να κάνουμε σε 2 μέρες. Πόσες φορές θα δούμε το Frozen? Πόσες φορές θα παίξουμε ένα πολύ βαρετό παιχνίδι δικής της επινόησης όπου αυτή είναι ένα φτωχό πλην τίμιο απροστάτευτο ζωάκι και εγώ ένα μοβόρικο, τέρας της κολάσεως, σαρκοβόρο ζώο που πάντα τη ξεγελώ και την τρώω. Πάντα το ίδιο. Τα ζωάκια μόνο αλλάζουν. Φέτος της έμαθα και ένα άλλο παιχνίδι. Πώς να μαδάει τις μαργαρίτες. "Σκέφτεσαι τον Ιάσονα (boyfriend τρομάρα τους)  και τότε λες μ'αγαπάει , δε μ'αγαπάει, μ'αγαπάει , δε μ'αγαπάει" της λέω ενώ ταυτόχρονα μαδάω μια μαργαρίτα. "Ορίστε σ' αγαπάει". "Το ήξερα. Βλακεία παιχνίδι" μου αντιλέγει και ψάχνω να βρω από που πηγάζει όλη αυτή η αυτοπεποίθηση... Μετά κάναμε και μ'αγαπάει ,δε μ'αγαπάει για τον Θ. Και η σκασμένη η μαργαρίτα όλο δε μ'αγαπάει έβγαινε. "Έλα μη στεναχωριέσαι. Ένα  λουλούδι είναι. Δε ξέρει. Σ'αγαπάει" με παρηγόρησε η ανιψιά.

Ο μικρός από την άλλη είναι πιο αυτόνομος. Αυτή την εποχή διανύει φάση έρωτα με τα άδεια μπουκάλια. Ανέξοδος! Όλοι του πήρανε δώρα για το Πάσχα, παπούτσια, λαμπάδα και εγώ του πήγα ένα άδειο μπουκάλι από υγρό SKIP και με έκανε θεά. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε αγκαλιά με το μπουκάλι. Και την επόμενη μέρα πήγαμε στον επιτάφιο με το μπουκάλι. Όλα τα παιδάκια κράταγαν φαναράκια και εμείς κρατούσαμε το SKIP. Λες και πηγαίναμε να βάλουμε μπουγάδα. Το καλύτερο βέβαια είναι όταν επέστρεψε στο σχολείο μετά τις γιορτές και τους ρώτησε η δασκάλα τι λαμπάδα πήρανε και απάντησε "Εμένα η λαμπάδα μου είχε ένα αυτοκινητάκι αλλά η θεία η Χριστίνα μου έφερε ένα πολύ ωραίο μπουκάλι χλωρίνης".  Είπε και χλωρίνης το σκασμένο. Θα στείλουν την πρόνοια να με μαζέψει!

Ο τρίτος είναι μικρός ακόμα και η σχέση μας σταματάει στου αγκού.

Έτσι όμορφα κύλησε το Πάσχα. Οικογενειακά και με πολύ φαΐ. Εμείς. Γιατί ο Θ έπαθε γαστρεντερίτιδα και ήταν off τη μέρα του Πάσχα. Όχι τίποτα άλλο είχαμε πάει και στο χωριό και ερχόταν όλοι οι συχωριανοί και καλά να ευχηθούν και να δουν και το νέο γαμπρό. "Αυτή είναι η μικρή που παντρεύτηκε?" (άμα έχεις μεγαλύτερα αδέρφια δε πα να είσαι 80 χρονών πάντα η μικρή θα είσαι!) Και που 'ναι ο γαμπρός να του ευχηθούμε?" Χέστηκε από τη χαρά του που του είπαμε ότι θα 'ρθετε!




Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Ένα τέλος είναι μια καινούρια αρχή?

Καλημέρα να πω? Καλησπέρα? Καλό μήνα? Καλή άνοιξη? 

Δε ξέρω...

Έλειψα ξανά, το ξέρω. Εγώ και o George R.R Martin γράφουμε τις συνέχειες τόσο αργά... Λοιπόν εάν δε θυμόσαστε τίποτα κάντε ένα flashback εδώ και εδώ και επανέρχεστε. 



Επεισόδιο 3: Το τέλος ή η αρχή?

Την επόμενη μέρα ξύπνησα από τον ειδοποίηση του μηνύματος που μόλις είχα λάβει στο κινητό μου. Ήταν πάλι η κοπέλα του Σταμάτη που με ρώταγε εάν ήθελα να πάμε για καφέ το απόγευμα με τους γνωστούς άγνωστους. Εάν ήθελα? Μμμμ, είχα κανονίσει να πάω σε ένα πάρτυ με τη συγκάτοικο το βράδυ αλλά οκ θα πήγαινα για λίγο.Τραβάτε με και ας κλαίω. Όμως ο Θ μας είχε βγει κομματάκι πιο δύσκολος από ότι τον περιμέναμε. Οπότε έπρεπε να βγάλω τα μεγάλα όπλα από τη ντουλάπα.

Το απογευματάκι φόρεσα το μαγικό τζιν που δεν υπήρχε περίπτωση να του αντισταθεί κανείς και μια μπλούζα και πήγα για καφέ. Ήπιαμε το καφέ και οι τέσσερις και συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Μετά από κανά δίωρο ο Σταμάτης με τη Μαρία άρχισαν, όλως περιέργως, να βαριούνται οπότε πληρώσαμε και κινήσαμε να φύγουμε. Ο ιππότης Θ προθυμοποιήθηκε να με γυρίσει σπίτι. Στο δρόμο όμως με ρώτησε εάν ήθελα να πάμε για ένα ποτό. "Μμμ, δε ξέρω. Έχω κανονίσει να πάω σε ένα πάρτι το βράδυ. Καλά πάμε αλλά μην αργήσουμε", είπα κάνοντας για 10 μιλισεκόντ τη δύσκολη. 

Στο δρόμο μας βρήκαμε ένα μικρό και όμορφο μπαράκι με λίγους θαμώνες. Ενα μικρό τραπεζάκι στο βάθος ήταν λες και μας περίμενε καρτερικά. Μιλούσαμε , μιλούσαμε ώσπου ένιωσα το βλέμμα του να σταματάει στο τζιν μου (Magic Everywhere). Από εκεί και πέρα όλα ήταν μονόδρομος. Ένα πυροτέχνημα έσκασε στον ουρανό ενώ μια μπάντα με βιολιά από πλανόδιους μουσικούς μπήκε στο μαγαζί και γέμισε τον χώρο με την θεσπέσια μουσική της. Το μάτι του θόλωσε, το μυαλό του κυριεύτηκε, μαγεύτηκε και μια ανώτερη δύναμη τον έσπρωξε προς το μέρος μου και τότε έσκυψε και με φίλησε...

Όπως τα λέω έγιναν.

Μια άλλη βερσιόν της ιστορίας είναι ότι στο δρόμο μας βρήκαμε ένα άκυρο μπαράκι, παρκάραμε και καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι. Αρχίσαμε να μιλάμε και ο Θ  έπαιζε νευρικά με τον αναπτήρα του όλη την ώρα. Σαν να μη ξέρει που να βάλει τα χέρια του. Σαν να θέλει να κάνει ΤΗΝ κίνηση αλλά να κολλάει. Εκείνη την ώρα μπαίνει στο μπαράκι μια τύπισσα από τα παραμύθια. Μαλλί ξασμένο ξανθό και γούνα λεοπάρ. "Τσέκαρε την τύπισσα που μόλις μπήκε" του λέω λες και μίλαγα στον χρόνια κολλητό μου. "Γιατί σχολιάζεις τον κόσμο?" μου λέει και σκύβει και με φιλάει ενώ συνεχίζει να κρατάει τον αναπτήρα. Μετά από ένα φιλί που δε ξέρω πόσο κράτησε του λέω "μπορείς να αφήσεις τον αναπτήρα άμα θες". Τι το θελα? Μετά μετέφερε όλη του τη νευρικότητα στο μαγικό μου τζιν. Το τζιν αυτό είχε ένα μπαλωματάκι (σχέδιο) στο δεξί του μπούτι. Ο Θ από την νευρικότητα του το πείραζε όλη την ώρα. Όταν φύγαμε από το μαγαζί το τζιν αυτό είχε μια τρύπα στο δεξί του μπούτι. Μια τρύπα που προκάλεσε άπειρα εγκεφαλικά στη γιαγιά μου κάθε φορά που με έβλεπε να συνεχίζω να το φοράω.

Τώρα διαλέξτε εσείς ποια βερσιόν είναι η αληθινή!

Η ώρα όμως είχε περάσει και εγώ έπρεπε να πάω και στο πάρτι. Ποιο? Α ναι. Το πάρτι. που έστησα την συγκάτοικο όλο το βράδυ να με περιμένει γιατί είχε κλείσει το κινητό μου και δε με έβρισκε να με ρωτήσει εάν τελικά θα πάω. Το πάρτι που με περίμενε μέχρι τις 4 χωρίς να ξέρει κανέναν. Το πάρτι που τελικά δεν πήγα.

Από εκεί και πέρα ξέρετε πώς εξελίχθηκε η ιστορία. Είμαστε μαζί 7,5 χρόνια τώρα. Χωρίς να είναι πάντα ρόδινα. Μας πήρε καιρό να μάθουμε ο ένας τον άλλον .Εγώ δεν είχα μάθει να λειτουργώ μέσα σε σχέση και ο Θ δεν είχε αντιμετωπίσει ξανά κάποια που να μην έχει, ας το πούμε έτσι, τις γυναικείες ανασφάλειες. Είχα μάθει να λειτουργώ λίγο πιο αντρικά και αυτό κάπου τρομάζει. Στο τέλος όμως ξεπερνούσαμε όποιες δυσκολίες και εμπόδια βάζαμε οι ίδιοι στη σχέση μας γιατί στο κάτω κάτω θέλαμε να είμαστε μαζί και μάλλον μόνο αυτό μετράει...


Τέλος ανασκόπησης! Αρχή νέων επεισοδίων με real time εξομολογήσεις!



Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Σπίτι μου, σπίτι σου ή και κάπου αλλού?

Όχι αγαπημένοι μου αναγνώστες το ότι παντρεύτηκα δεν είναι ο λόγος που χάθηκα. Εξακολουθώ να είμαι ελεύθερο πουλί πνεύμα. Εξακολουθώ να βαριέμαι να κάνω τις δουλειές του σπιτιού και εξακολουθώ να μην είμαι εντάξει στα συζυγικά μου καθήκοντα. Εξακολουθώ να μη μαγειρεύω καθημερινά και εξακολουθώ να μη μοιάζω στη Μαίρη Παναγιωταρά (που αν μη τι άλλο ήταν μια σωστή νοικοκυρά) και εξακολουθώ να μη μοιάζω ούτε στο ελάχιστο στη δική μου τη μαμά. Οπότε μην το ρίχνετε εκεί. Δεν άλλαξα με την παντρειά. Ίδια έμεινα. Προς απογοήτευση αυτών που ήλπιζαν για το αντίθετο. Ο λόγος της εξαφάνισης μου είναι η βαρεμάρα. Μια ανίκητη βαρεμάρα που με έκανε να κρατιέμαι σε απόσταση ασφαλείας από πληκτρολόγια και λοιπά μηχανήματα του διαβόλου. Μέχρι σήμερα. Που η βαρεμάρα να κάνω οτιδήποτε άλλο νίκησε την βαρεμάρα μου να γράψω. Εντάξει βοήθησε και η Αγγελική που μου χάρισε ένα ωραίο βραβείο και την ευχαριστώ πολύ! Αλλά Αγγελική μου εδώ έχω απλώσει τραχανά (βλέπε επεισόδια με love story Χριστίνας-Θ) δεν προλαβαίνω μάνα μου να απαντήσω σε ερωτήσεις...Σχώρα με!

Επεισόδιο 2: Χριστίνα-Θ σημειώσατε Χ

Την επόμενη μέρα ξύπνησα αναρωτώμενη και τώρα τι γίνεται? Την προηγούμενη μέρα είχα βγει, είχα γνωρίσει κάποιον, είχα γυρίσει σπίτι μου και είχα κοιμηθεί. "Τι χαζός!" σκέφτηκα. "Ούτε το τηλέφωνο μου δε ζήτησε ο γελοίος." Αυτά σκεφτόμουν καθώς έπινα την πρώτη γουλιά από τον καφέ μου όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Κοιτάζω την οθόνη και ένα μικρό λοξό γελάκι (από αυτά της τρομερής αυτοπεποίθησης) έσκασε στο πρόσωπο μου. Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου και απάντησα. "Έλα ρε, καλημέρα" ακούστηκε η κελαρυστή φωνή της κοπέλας του Σταμάτη από την άλλη γραμμή (;; Οπτική ίνα ;; Whatever.. Μη μου χαλάς την ατμόσφαιρα, σπασικλάκι) "Καλημέρα" της λέω "Πως και με πήρες πρωί-πρωί?" Από της άλλη γραμμή ακούω γελάκια "Τι έγινε χθες? Κάψαμε καρδιές? Μου ζήτησε το τηλέφωνο σου. Να του το δώσω?" Το λοξό αυτάρεσκο γελάκι πλέον έχει γίνει πολύ μεγάλο λοξό αυτάρεσκο γελάκι. "Ξέρω εγώ? Δώστο." Απαντάω ξερά γιατί πρώτον έχουμε και ένα image να διαφυλάξουμε και δεύτερον έβαλες τρίτο πρόσωπο να ζητήσει το τηλέφωνο μου. Μα ήμαρτον...Δεν έχω χειρότερο από αυτό. Μαζί δεν ήμασταν χθες? Γιατί δεν το ζήτησες εκεί? 

Συμβουλή: Αγόρια σας παρακαλώ μην το κάνετε αυτό. Εκεί μπροστά στα ίσια. Χυλόπιτα? Χυλόπιτα. Αλλά...Παλικαρίσια.

Τελοσπάντων, κλείνουμε το τηλέφωνο. Πίνω άλλη μια γουλιά από τον καφέ μου και αρχίζω και συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι τόσο femme fatale όσο το παίζω. Και ούτε είμαι και τόσο δύσκολη όσο το παίζω. Και μάλλον φάνηκα λίγο ξινή και ξενερωμένη στο τηλέφωνο. Και μήπως έπρεπε να είμαι λίγο περισσότερο ενθουσιασμένη; Και στην τελική. Εντάξει, κόλλησε να μου ζητήσει το τηλέφωνο μπροστά σε άλλους δέκα φίλους μου που μόλις τους είχε γνωρίσει. Τουτ, τουτ. "Έλα Μαρία. Εγώ είμαι πάλι . Να σου πω...Αλήθεια, μου άρεσε αυτός." Η Μαρία γέλασε και κανόνισε να συναντηθούμε το ίδιο κιόλας βράδυ. "Θα έρθουμε από το σπίτι σου αρχικά και μετά εάν είναι βγαίνουμε" μου λέει.

Το ίδιο απόγευμα ντύνομαι στολίζομαι, σουλουπώνω και λίγο το σπίτι και ενημερώνω τη συγκάτοικο μου ότι το βράδυ θα έρθουν ο Σταμάτης με τη Μαρία και δυο άλλοι φίλοι από το σπίτι. Για το γεγονός ότι θα έρθει και ένα παιδί που δεν το ξέρεις αλλά τον γνώρισα χθες και μου αρέσει και μάλλον του αρέσω και εγώ δεν είπα κουβέντα. Γιατί θα με ρωτήσετε και θα έχετε και δίκιο. Γιατί να μην πεις κάτι τέτοιο στην κολλητή σου? Γιατί εάν είσαι κολλημένο άτομο όπως εγώ σε πιάνουν οι ανασφάλειες. Και άμα δεν έρθει? Και άμα έρθει και τελικά δεν του αρέσεις? Γιατί εντάξει, νύχτα με είδε. Και άμα, και άμα.. Μην το ψάχνετε.. Θα έδινα το μισό μου βασίλειο για λίγη παραπάνω αυτοπεποίθηση.

Τελικά το βράδυ ήρθε και το κουδούνι χτύπησε. "Ανοίγω εγώ" μου λέει η συγκάτοικος και εγώ από την κουζίνα παίρνω βαθιές ανάσες. Την ακούω που ανοίγει την πόρτα (σημειωτέον η συγκάτοικος δεν ήταν το προηγούμενο βράδυ μαζί μας οπότε δε γνωρίζει τον Θ και επειδή κάποια είναι ηλίθια δε ξέρει καν ότι θα έρθει ένας άγνωστος σπίτι μας). Την ακούω λοιπόν να ανοίγει την πόρτα και αμέσως μετά την ακούω να λέει "Θ? Τι κάνεις εδώ?" 

ΓΝΩΡΙΖΟΤΑΝΕ.

Εάν ήμουν ο Παπακαλιάτης και για έξτρα σασπένς σε αυτό το στάδιο θα έπρεπε να σας πω ότι οι δυο τους είχαν περάσει μια βραδιά πάθους ένα βράδυ που το λεωφορείο του ΚΤΕΛ έμεινε από λάστιχο έξω από την Καβάλα. Αλλά... Δεν είμαι! Οι δυο τους σπουδάζανε στην ίδια σχολή και επιπλέον είχαν συναντηθεί πέρυσι στη γιορτή του Σταμάτη. Σε αυτή τη γιορτή εγώ δεν είχα πάει. Επίσης πριν κανένα εξάμηνο είχαν βρεθεί σε κοινή παρέα για καφέ. Σε εκείνο τον καφέ εγώ είχα πάει... Αλλά ούτε εγώ , ούτε ο Θ θυμόμαστε ο ένας τον άλλον. 

Σιγά σιγά ο ένας μετά τον άλλον αρχίσαμε να μαζευόμαστε στο μικρό μας δυαράκι. Παραγγείλαμε να φάμε, ήπιαμε ποτάκια και τελικά βαρεθήκαμε να βγούμε. Μετά από λίγο ήρθανε και άλλοι φίλοι και όλοι μαζί γίναμε μια ωραία ατμόσφαιρα. Ο Θ ακόμα μου λέει ότι εκείνο το βράδυ είχα φωνάξει κριτική επιτροπή για να τον τσεκάρει αλλά ειλικρινά εγώ το μόνο που ήθελα  ήταν να περάσουμε καλά. Και όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα...

Η ώρα πια είχε πάει 3 και οι πρώτοι άρχισαν να φεύγουν, μετά έφυγαν και οι δεύτεροι και μετά τελευταίος έφυγε και ο Θ. Λέγοντάς μου απλά καληνύχτα. Ούτε θέλω να σε ξαναδώ. Ούτε θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο. Τίποτα. Απλά καληνύχτα....

Καληνύχτα λοιπόν και έπεσα για ύπνο. Βέβαια ο Θ καλοπέρασε εκείνο το βράδυ καθώς είχε παρκάρει σε ένα δρόμο μπροστά από την αστυνομία και μετά τις 12 τον κλείνουν τον δρόμο. Έτσι βρέθηκε 4:00 τα ξημερώματα να σπρώχνει κιγκλιδώματα και να απολογείται σε αστυνομικούς ότι "βρε παιδιά δε θέλω να σας βάλω βόμβα , να το αυτοκινητάκι μου θέλω να πάρω"... Γιατί η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο από την μοίρα...

Τέλος δεύτερου επεισοδίου.


Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Ας τα πάρουμε από την αρχή...

Και ναι ούτε εγω δε ξέρω πόσους μήνες μου πήρε να γράψω ανάρτηση.Μια βαρεμάρα με έχει πιάσει και δε με αφήνει! Ακόμα και να διαβάσω τα νέα σας βαριέμαι. Διαβάζω μόνο όσους κάνετε ποστ σε facebook! Τι να πω... Ο blogger θα με εκδικηθεί κάποια στιγμή! Βασικά το πρόβλημα μου είναι ότι είχα στο μυαλό μου να γράψω για το γάμο. Και όταν εγώ έχω κάτι στο μυαλό μου σα θέμα τότε κολλάω και δε γράφω τίποτα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Από την πολύ αρχή...

Επεισόδιο 1: Η γνωριμία

Βρισκόμαστε πίσω στο σωτήριο έτος 2007. Έχω μόλις τελειώσει τη σχολή, έχω παντρέψει την αδερφή και έχω βρει και μια καλή δουλειά. Οπότε τι μου μένει? Να γνωρίσω ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτώ! Εάν είναι δυνατόν να είναι από τη δουλειά, και να είναι και στέλεχος. Τουλάχιστον έτσι μου λέγανε θείες και θείοι. Γνωρίζω λοιπόν και εγώ ένα παιδί. Μα τι παιδί! Καλό παιδί δεν τον λες αλλά είχε πλάτες δυο μέτρα και γροθιά σκληρή σαν πέτρα. Από τη δουλειά δεν ήτανε αλλά υπηρετούσε με δόξα και τιμή στον ελληνικό στρατό. Στέλεχος δεν ήτανε αλλά μόλις τελείωνε τις σπουδές του θα γινόταν. Σε μόλις 5-6 χρόνια! Αλλά και πάλι προτρέχω.Που είχαμε μείνει? Α, ναι. Στο Νοέμβριο του 2007.

Είχαν έρθει δυο φίλοι από επαρχία και είχαμε κανονίσει μεγάλη παρέα να βγούμε. Εγώ βαριόμουν τρομερά και εάν δεν είχαν έρθει τα παιδιά από μακριά δεν έπαιζε να έβγαινα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Σιγά,σιγά όμως άρχισα να ετοιμάζομαι. Φόρεσα ένα φόρεμα που δε μου άρεσε καθόλου αλλά μου το είχε κάνει δώρο μια φίλη μου στα γενέθλια μου. Εκείνο το βράδυ θα ήταν και αυτή οπότε λέω δε φοράω αυτό να το δει και να χαρεί? Έτσι και αλλιώς μεταξύ μας θα 'μαστε. Φοράω λοιπόν το φόρεμα που δε μου αρέσει και περιμένω να έρθουν να με πάρουν με το αυτοκίνητο. Έρχονται και βλέπω ότι είναι ήδη πέντε μέσα στο αυτοκίνητο. "Έλα μωρέ χωράς, αδύνατη είσαι. Θα σε πάρω στα πόδια μου" μου λένε και μπαίνω στο αυτοκίνητο (ελπίζω να μην είναι κάποιος από εσάς της τροχαίας Αττικής). Κάθομαι αναπαυτικά στα πόδια κάποιου, έχω στριμώξει το κεφάλι μου ανάμεσα στην οροφή και το παράθυρο ενώ ταυτόχρονα σκύβω γιατί τα φουντωτά σγουρά μαλλιά μου ενοχλούν τον οδηγό. Το ταξίδι του μαρτυρίου είχε μόλις ξεκινήσει και υπολόγιζα ότι είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να πάμε Μαρούσι. Σε κάποια φάση ακούω τον οδηγό να λέει πώς στο πίσω αυτοκίνητο ήταν ο Σταμάτης (φίλος που θα συναντιόμασταν στο Μαρούσι). "Πόσοι είναι μέσα στο αυτοκίνητο?" ρωτάω αμέσως. "Τρεις" μου απαντάει. "Σταματήστε να κατέβω" λέω και ανοίγω την πόρτα στο πρώτο φανάρι που βρήκαμε! Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο όλο νάζι, κάνω μια χορευτική- καραγκιοζίστικη φιγούρα που είναι αδιανόητο να εξηγηθεί γραπτώς (εκεί νομίζω ότι τον έριξα) και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Κοιτάζω τον οδηγό βλέπω τον Σταμάτη, κοιτάζω δίπλα μου βλέπω τη κοπέλα του, κοιτάζω το συνοδηγό και δεν είναι ο αδερφός του Σταμάτη. Όπα ποιος είναι αυτός που με κοιτάει και γελάει? 

"Χριστίνα" του λέω. "Θ" μου απαντάει... Καρδούλες, καρδούλες , καρδούλες....

"Στρίψε από εδώ, όχι μην πας δεξιά έχει αδιέξοδο σε τρεις διασταυρώσεις" έλεγε ο Θ οπότε για να πιάσω κουβέντα τον ρωτάω "εδώ μένεις? Τη ξέρεις πολύ καλά την περιοχή". Δεν ήξερα η έρμη ακόμα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε καταπιεί το GPS όταν ήταν μικρός! "Όχι δουλεύω ταξί τα βράδια" μου απαντάει απότομα και χαζογελάει με τον Σταμάτη. Τι βλάκας σκέφτηκα και δε του ξαναμίλησα. Πάμε σε ένα μαγαζί βρίσκουμε μια μπάρα και καθόμαστε. Το μαγαζί τίγκα... Να μην χωράς να κάτσεις. Εγώ είχα κουραστεί, δεν άντεχα και τον τόσο πολύ κόσμο οπότε έπιασα μια γωνιά. Άπλωσα το χεράκι μου, ακούμπησα σε κάτι μαλακό και άρχισα να το χαϊδεύω. Μετά από λίγη ώρα βλέπω έναν κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη να μου χαμογελάει πονηρά. Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που ακουμπάω τόση ώρα δεν είναι η μπάρα αλλά το χέρι του κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη. Ευτυχώς εκείνη την ώρα λέει μια φίλη μου "μήπως να φύγουμε? Είναι ασφυκτικά εδώ μέσα". "Σας παρακαλώ..."τους απάντησα και φύγαμε. Ο κοντούλης, χοντρούλης, καραφλούλης ακόμα θα αναρωτιέται για εκείνη την κοπέλα που του χάιδευε το χέρι στο ξεκούδωνο ένα βράδυ σε ένα μπαρ!

Μετά πήγαμε σε ένα άλλο μαγαζί που ήταν ήσυχα. Βρήκαμε να κάτσουμε και όλως τυχαίως ο Θ  ήρθε και κάθισε δίπλα μου... Μιλούσαμε όλο το βράδυ και παραδόξως δεν ήταν τόσο σπαστικός όσο έδειχνε στο αυτοκίνητο.  Η ώρα είχε πάει τέσσερις και είπαμε να φύγουμε. Βγαίνουμε από το μαγαζί και τον ακούω που συζητάει με τον Σταμάτη για το που θα τον αφήσει για να πάρει το αυτοκίνητο ο Θ. Οκ λέω εάν γουστάρει θα πει να με πάει σπίτι. Αντ' αυτού έρχεται ένας "φίλος" και μου λέει ότι θα με γυρίσει αυτός σπίτι. "Δεν πειράζει του λέω, δε χρειάζεται", "Όχι, όχι θα σε πάω εγώ" επέμενε αυτός και μου ερχόταν να τον βαρέσω! Πώς γίνεται να επιμένεις αφού όλο το βράδυ μιλάω με άλλον?? Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Θ να με κοιτάει ξενερωμένος. Στο τέλος καληνυχτιζόμαστε και φεύγουμε! Χωρίς να αλλάξουμε τηλέφωνα, χωρίς να με γυρίσει σπίτι. Στο αυτοκίνητο ο "φίλος" μου λέει "Ρε σόρρυ. Σου έκανα χαλάστρα?". Σωωωώπα καημένε! Μην το συζητάς! Από που και ως που?

Για την ιστορία να σας πω ότι του Θ του πήρε 6 μήνες για να τον πείσω ότι εγώ με αυτόν δεν είχαμε κάνει τίποτα και ότι όλη αυτή η συμπεριφορά του πληγωμένου πρώην ήταν απλή ζήλια του "φίλου".

Τέλος πρώτου επεισοδίου.


Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Έλα, έλα έχω τούλια, έχω γάζες λεεεεέω....

Χάθηκα. Έμπλεξα μέσα σε τούλια, γάζες και κορδέλες. Μπουρδουκλώθηκα και τα έκανα μαντάρα! Θυμάστε που σας έλεγα ότι παντρεύομαι και ψάχνω για νυφικό? Ε, λοιπόν ισχύουν ακόμα και τα δύο! Και παντρεύομαι και νυφικό δε βρήκα ακόμη. Λίγο η αναποφασιστικότητα μου, λίγο η αναβλητικότητα μου φθάσαμε στον 1 μήνα και 3 βδομάδες ακόμα. Εντάξει έχω βρει δυο που μου αρέσουν και μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα κλείσω το ένα.

Ερώτηση παγίδα:

Εάν είχατε ένα νυφικό που σας άρεσε πολύ αλλά δε σας πήγαινε και τόσο και ένα νυφικό που σας άρεσε λίγο αλλά σας πήγαινε πολύ, τι θα διαλέγατε? 

Απαντήστε και κερδίστε την αγάπη μου! (χωρίς κλήρωση, τη μοιράζω απλόχερα)

Λοιπόν, τι κατάλαβα αυτούς τους μήνες της "προετοιμασίας" του γάμου. Ότι όλοι κάνουν ό,τι θες. Όποια χαζή ιδέα σου κατέβει στο κεφάλι όλοι τρέχουν να την υλοποιήσουν. 

Παράδειγμα 1ο:

Είμαστε μεσημέρι στο εξοχικό μου. Όλη η οικογένεια κοιμάται εκτός από μένα και τον πατέρα μου. Ο μπαμπάς μου προσπαθεί να φτιάξει μια αποθήκη μόνος του. Την έχει χτίσει και πλέον είναι στο στάδιο που τη σοβατίζει. Ανεβοκατεβαίνει σε σκάλες, βάφει, ιδρώνει- ξεϊδρώνει. Εγώ κάνω βόλτες τριγύρω του πίνοντας βυσσινάδα, μπλέκομαι στα πόδια του και παίζω με τις μπογιές. Ξαφνικά βλέπω κάτι σανίδες πεταμένες και μου έρχεται η έμπνευση. Αρχίζω να ψάχνω στο σωρό με τις σανίδες. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πατέρας μου. "Να μωρέ, σκέφτηκα να βρω μια σανίδα , να γράψω πάνω "BRIDE" και να την κάνω πινακίδα να τη κρεμάσουμε έξω από τη πόρτα στο δωμάτιο που θα βάφομαι" του λέω εγώ. "Μισό λεπτό να κατέβω να βρούμε μια καλή. Αυτή σου κάνει?" μου λέει ενώ ταυτόχρονα μετακινεί όλα τα ξύλα στο σωρό για να βρει την καλύτερα σανίδα. Που σε αντίστοιχη περίπτωση, εάν δεν ήμουν νύφη, θα έψαχνε να βρει την πιο καλή σανίδα, μετά θα την έβρεχε και μετά....


Παράδειγμα 2ο:

Απογευματάκι στο σπίτι του Θ. Κάνω βόλτα στον κήπο τους και επιθεωρώ τα δέντρα. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πεθερός μου. "Ψάχνω ένα κλαδί για να το κάνω δέντρο ευχών για το τραπέζι του γάμου για να κρεμάνε καρτελάκια πάνω" του λέω και παρατηρώ από την έκφραση του ότι δεν καταλαβαίνει τι θέλω να κάνω. Ο πεθερός απομακρύνεται αμέσως και το επόμενο λεπτό τον βλέπω να έρχεται σέρνοντας πίσω του δυο ξερές κλάρες ελιάς. "Αυτά σου κάνουνε?" με ρωτάει. "Μμμ. Δε ξέρω. Αυτό μου αρέσει περισσότερο" του λέω και του δείχνω την κορυφή από την κουμκουατιά. Ο πεθερός απομακρύνεται ξανά και το επόμενο λεπτό επιστρέφει με μια σκάλα και ένα πριόνι. Δυο λεπτά μετά το λατρεμένο κλαδί ήταν στα χέρια μου! Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολύ ωραίο κλαδί για μένα, μία κουτσουρεμένη κουμκουατιά για την αυλή και μια πεθερούλα να θρηνεί για τα δυο κιλά κουμκουάτ που πήγαν χαμένα!

Για αυτό σας λέω! Παντρευτείτε να σας κακομάθουν!