Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Ας τα πάρουμε από την αρχή...

Και ναι ούτε εγω δε ξέρω πόσους μήνες μου πήρε να γράψω ανάρτηση.Μια βαρεμάρα με έχει πιάσει και δε με αφήνει! Ακόμα και να διαβάσω τα νέα σας βαριέμαι. Διαβάζω μόνο όσους κάνετε ποστ σε facebook! Τι να πω... Ο blogger θα με εκδικηθεί κάποια στιγμή! Βασικά το πρόβλημα μου είναι ότι είχα στο μυαλό μου να γράψω για το γάμο. Και όταν εγώ έχω κάτι στο μυαλό μου σα θέμα τότε κολλάω και δε γράφω τίποτα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Από την πολύ αρχή...

Επεισόδιο 1: Η γνωριμία

Βρισκόμαστε πίσω στο σωτήριο έτος 2007. Έχω μόλις τελειώσει τη σχολή, έχω παντρέψει την αδερφή και έχω βρει και μια καλή δουλειά. Οπότε τι μου μένει? Να γνωρίσω ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτώ! Εάν είναι δυνατόν να είναι από τη δουλειά, και να είναι και στέλεχος. Τουλάχιστον έτσι μου λέγανε θείες και θείοι. Γνωρίζω λοιπόν και εγώ ένα παιδί. Μα τι παιδί! Καλό παιδί δεν τον λες αλλά είχε πλάτες δυο μέτρα και γροθιά σκληρή σαν πέτρα. Από τη δουλειά δεν ήτανε αλλά υπηρετούσε με δόξα και τιμή στον ελληνικό στρατό. Στέλεχος δεν ήτανε αλλά μόλις τελείωνε τις σπουδές του θα γινόταν. Σε μόλις 5-6 χρόνια! Αλλά και πάλι προτρέχω.Που είχαμε μείνει? Α, ναι. Στο Νοέμβριο του 2007.

Είχαν έρθει δυο φίλοι από επαρχία και είχαμε κανονίσει μεγάλη παρέα να βγούμε. Εγώ βαριόμουν τρομερά και εάν δεν είχαν έρθει τα παιδιά από μακριά δεν έπαιζε να έβγαινα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Σιγά,σιγά όμως άρχισα να ετοιμάζομαι. Φόρεσα ένα φόρεμα που δε μου άρεσε καθόλου αλλά μου το είχε κάνει δώρο μια φίλη μου στα γενέθλια μου. Εκείνο το βράδυ θα ήταν και αυτή οπότε λέω δε φοράω αυτό να το δει και να χαρεί? Έτσι και αλλιώς μεταξύ μας θα 'μαστε. Φοράω λοιπόν το φόρεμα που δε μου αρέσει και περιμένω να έρθουν να με πάρουν με το αυτοκίνητο. Έρχονται και βλέπω ότι είναι ήδη πέντε μέσα στο αυτοκίνητο. "Έλα μωρέ χωράς, αδύνατη είσαι. Θα σε πάρω στα πόδια μου" μου λένε και μπαίνω στο αυτοκίνητο (ελπίζω να μην είναι κάποιος από εσάς της τροχαίας Αττικής). Κάθομαι αναπαυτικά στα πόδια κάποιου, έχω στριμώξει το κεφάλι μου ανάμεσα στην οροφή και το παράθυρο ενώ ταυτόχρονα σκύβω γιατί τα φουντωτά σγουρά μαλλιά μου ενοχλούν τον οδηγό. Το ταξίδι του μαρτυρίου είχε μόλις ξεκινήσει και υπολόγιζα ότι είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να πάμε Μαρούσι. Σε κάποια φάση ακούω τον οδηγό να λέει πώς στο πίσω αυτοκίνητο ήταν ο Σταμάτης (φίλος που θα συναντιόμασταν στο Μαρούσι). "Πόσοι είναι μέσα στο αυτοκίνητο?" ρωτάω αμέσως. "Τρεις" μου απαντάει. "Σταματήστε να κατέβω" λέω και ανοίγω την πόρτα στο πρώτο φανάρι που βρήκαμε! Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο όλο νάζι, κάνω μια χορευτική- καραγκιοζίστικη φιγούρα που είναι αδιανόητο να εξηγηθεί γραπτώς (εκεί νομίζω ότι τον έριξα) και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Κοιτάζω τον οδηγό βλέπω τον Σταμάτη, κοιτάζω δίπλα μου βλέπω τη κοπέλα του, κοιτάζω το συνοδηγό και δεν είναι ο αδερφός του Σταμάτη. Όπα ποιος είναι αυτός που με κοιτάει και γελάει? 

"Χριστίνα" του λέω. "Θ" μου απαντάει... Καρδούλες, καρδούλες , καρδούλες....

"Στρίψε από εδώ, όχι μην πας δεξιά έχει αδιέξοδο σε τρεις διασταυρώσεις" έλεγε ο Θ οπότε για να πιάσω κουβέντα τον ρωτάω "εδώ μένεις? Τη ξέρεις πολύ καλά την περιοχή". Δεν ήξερα η έρμη ακόμα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε καταπιεί το GPS όταν ήταν μικρός! "Όχι δουλεύω ταξί τα βράδια" μου απαντάει απότομα και χαζογελάει με τον Σταμάτη. Τι βλάκας σκέφτηκα και δε του ξαναμίλησα. Πάμε σε ένα μαγαζί βρίσκουμε μια μπάρα και καθόμαστε. Το μαγαζί τίγκα... Να μην χωράς να κάτσεις. Εγώ είχα κουραστεί, δεν άντεχα και τον τόσο πολύ κόσμο οπότε έπιασα μια γωνιά. Άπλωσα το χεράκι μου, ακούμπησα σε κάτι μαλακό και άρχισα να το χαϊδεύω. Μετά από λίγη ώρα βλέπω έναν κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη να μου χαμογελάει πονηρά. Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που ακουμπάω τόση ώρα δεν είναι η μπάρα αλλά το χέρι του κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη. Ευτυχώς εκείνη την ώρα λέει μια φίλη μου "μήπως να φύγουμε? Είναι ασφυκτικά εδώ μέσα". "Σας παρακαλώ..."τους απάντησα και φύγαμε. Ο κοντούλης, χοντρούλης, καραφλούλης ακόμα θα αναρωτιέται για εκείνη την κοπέλα που του χάιδευε το χέρι στο ξεκούδωνο ένα βράδυ σε ένα μπαρ!

Μετά πήγαμε σε ένα άλλο μαγαζί που ήταν ήσυχα. Βρήκαμε να κάτσουμε και όλως τυχαίως ο Θ  ήρθε και κάθισε δίπλα μου... Μιλούσαμε όλο το βράδυ και παραδόξως δεν ήταν τόσο σπαστικός όσο έδειχνε στο αυτοκίνητο.  Η ώρα είχε πάει τέσσερις και είπαμε να φύγουμε. Βγαίνουμε από το μαγαζί και τον ακούω που συζητάει με τον Σταμάτη για το που θα τον αφήσει για να πάρει το αυτοκίνητο ο Θ. Οκ λέω εάν γουστάρει θα πει να με πάει σπίτι. Αντ' αυτού έρχεται ένας "φίλος" και μου λέει ότι θα με γυρίσει αυτός σπίτι. "Δεν πειράζει του λέω, δε χρειάζεται", "Όχι, όχι θα σε πάω εγώ" επέμενε αυτός και μου ερχόταν να τον βαρέσω! Πώς γίνεται να επιμένεις αφού όλο το βράδυ μιλάω με άλλον?? Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Θ να με κοιτάει ξενερωμένος. Στο τέλος καληνυχτιζόμαστε και φεύγουμε! Χωρίς να αλλάξουμε τηλέφωνα, χωρίς να με γυρίσει σπίτι. Στο αυτοκίνητο ο "φίλος" μου λέει "Ρε σόρρυ. Σου έκανα χαλάστρα?". Σωωωώπα καημένε! Μην το συζητάς! Από που και ως που?

Για την ιστορία να σας πω ότι του Θ του πήρε 6 μήνες για να τον πείσω ότι εγώ με αυτόν δεν είχαμε κάνει τίποτα και ότι όλη αυτή η συμπεριφορά του πληγωμένου πρώην ήταν απλή ζήλια του "φίλου".

Τέλος πρώτου επεισοδίου.


Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Έλα, έλα έχω τούλια, έχω γάζες λεεεεέω....

Χάθηκα. Έμπλεξα μέσα σε τούλια, γάζες και κορδέλες. Μπουρδουκλώθηκα και τα έκανα μαντάρα! Θυμάστε που σας έλεγα ότι παντρεύομαι και ψάχνω για νυφικό? Ε, λοιπόν ισχύουν ακόμα και τα δύο! Και παντρεύομαι και νυφικό δε βρήκα ακόμη. Λίγο η αναποφασιστικότητα μου, λίγο η αναβλητικότητα μου φθάσαμε στον 1 μήνα και 3 βδομάδες ακόμα. Εντάξει έχω βρει δυο που μου αρέσουν και μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα κλείσω το ένα.

Ερώτηση παγίδα:

Εάν είχατε ένα νυφικό που σας άρεσε πολύ αλλά δε σας πήγαινε και τόσο και ένα νυφικό που σας άρεσε λίγο αλλά σας πήγαινε πολύ, τι θα διαλέγατε? 

Απαντήστε και κερδίστε την αγάπη μου! (χωρίς κλήρωση, τη μοιράζω απλόχερα)

Λοιπόν, τι κατάλαβα αυτούς τους μήνες της "προετοιμασίας" του γάμου. Ότι όλοι κάνουν ό,τι θες. Όποια χαζή ιδέα σου κατέβει στο κεφάλι όλοι τρέχουν να την υλοποιήσουν. 

Παράδειγμα 1ο:

Είμαστε μεσημέρι στο εξοχικό μου. Όλη η οικογένεια κοιμάται εκτός από μένα και τον πατέρα μου. Ο μπαμπάς μου προσπαθεί να φτιάξει μια αποθήκη μόνος του. Την έχει χτίσει και πλέον είναι στο στάδιο που τη σοβατίζει. Ανεβοκατεβαίνει σε σκάλες, βάφει, ιδρώνει- ξεϊδρώνει. Εγώ κάνω βόλτες τριγύρω του πίνοντας βυσσινάδα, μπλέκομαι στα πόδια του και παίζω με τις μπογιές. Ξαφνικά βλέπω κάτι σανίδες πεταμένες και μου έρχεται η έμπνευση. Αρχίζω να ψάχνω στο σωρό με τις σανίδες. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πατέρας μου. "Να μωρέ, σκέφτηκα να βρω μια σανίδα , να γράψω πάνω "BRIDE" και να την κάνω πινακίδα να τη κρεμάσουμε έξω από τη πόρτα στο δωμάτιο που θα βάφομαι" του λέω εγώ. "Μισό λεπτό να κατέβω να βρούμε μια καλή. Αυτή σου κάνει?" μου λέει ενώ ταυτόχρονα μετακινεί όλα τα ξύλα στο σωρό για να βρει την καλύτερα σανίδα. Που σε αντίστοιχη περίπτωση, εάν δεν ήμουν νύφη, θα έψαχνε να βρει την πιο καλή σανίδα, μετά θα την έβρεχε και μετά....


Παράδειγμα 2ο:

Απογευματάκι στο σπίτι του Θ. Κάνω βόλτα στον κήπο τους και επιθεωρώ τα δέντρα. "Τι ψάχνεις" με ρωτάει ο πεθερός μου. "Ψάχνω ένα κλαδί για να το κάνω δέντρο ευχών για το τραπέζι του γάμου για να κρεμάνε καρτελάκια πάνω" του λέω και παρατηρώ από την έκφραση του ότι δεν καταλαβαίνει τι θέλω να κάνω. Ο πεθερός απομακρύνεται αμέσως και το επόμενο λεπτό τον βλέπω να έρχεται σέρνοντας πίσω του δυο ξερές κλάρες ελιάς. "Αυτά σου κάνουνε?" με ρωτάει. "Μμμ. Δε ξέρω. Αυτό μου αρέσει περισσότερο" του λέω και του δείχνω την κορυφή από την κουμκουατιά. Ο πεθερός απομακρύνεται ξανά και το επόμενο λεπτό επιστρέφει με μια σκάλα και ένα πριόνι. Δυο λεπτά μετά το λατρεμένο κλαδί ήταν στα χέρια μου! Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολύ ωραίο κλαδί για μένα, μία κουτσουρεμένη κουμκουατιά για την αυλή και μια πεθερούλα να θρηνεί για τα δυο κιλά κουμκουάτ που πήγαν χαμένα!

Για αυτό σας λέω! Παντρευτείτε να σας κακομάθουν!



Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

14 bloggers γράφουν ''Το μυστήριο του καφενείου''


Μετά από την τρομερή επιτυχία του πρώτου σκυταλοδρομικού μυθιστορήματος οι γνωστοί-άγνωστοι ξαναχτυπούν με μια ιστορία μυστηρίου. Ακολουθήστε τα παρακάτω links για να διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία όπως έχει εξελιχθεί έως τώρα.

Με σειρά εμφάνισης έγραψαν οι:
  1. Μαρία Νι., Η αρχή του μυστηρίου
  2. Έλενα Λ., Μια ανάσα
  3. Marilise, Ισιδώρα
  4. Hengeo, Το γιασεμί
  5. Εκφράσου, Η λεγεώνα
  6. Des Tzav, Σαν σε όνειρο
  7. Αριστέα, Ελπίδα
  8. Funky Monkey, Παράλληλες κινήσεις
  9. Απάγκιο, "Φ"
  10. Levina, Διαφυγή
  11. Xris Kat, Μοιραία συνάντηση
  12. me (Maria), Η νύχτα των αποφάσεων
  13. Xristina @Dear e-diary, Μικρές ζωές
  14. Georgette B, Όλα αλλιώς
  15. Μαρία Ν., 

Μικρές ζωές


H Ισιδώρα πέρασε με δυσκολία μέσα από τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί γύρω από το καφενεδάκι του κυρ Μιχάλη. "Chicago γίναμε" άκουσε να λέει δίπλα της ένας ηλικιωμένος κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς αυτός συνέχιζε το παραμιλητό του, "βέβαια τι περιμένεις αφού μαζεύτηκαν εδώ οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ"? "Άκουσα ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Χρωστούσε ο κυρ Μιχάλης. Είχε μπλέξει με τζόγο και τον φάγανε οι τοκογλύφοι" άκουσε να λέει συνωμοτικά μια κυρία στη διπλανή της. Η Ισιδώρα δεν άντεχε να τους ακούει. Σκουντώντας και σπρώχνοντας βρέθηκε μπροστά στην κορδέλα της αστυνομίας που είχε τοποθετηθεί γύρω από το μαγαζί του κυρ Μιχάλη. "Τι συνέβη?" ρώτησε έναν αστυνομικό. "Κάντε πιο πίσω κυρία μου. Είστε σε χώρο εγκλήματος" της απάντησε απότομα ο νεαρός αστυνομικός. "Τι συνέβη?" ξαναρώτησε η Ισιδώρα πιο απότομα αυτή τη φορά. "Είμαι φίλη του ιδιοκτήτη. Είναι καλά? Τι συνέβη? Απαντήστε μου". Ο απότομος νεαρός αστυνομικός μαλάκωσε ξαφνικά."Είστε φίλη του είπατε? Άγνωστοι τον πυροβόλησαν. Δε γνωρίζουμε ακόμα πολλά. Το θύμα έχει μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Η ομάδα μας ερευνά τον χώρο και παίρνει καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες. Ίσως θα μπορούσατε να μας βοηθήσετε και εσείς αφού γνωρίζατε το θύμα. Κάθε λεπτομέρεια είναι σημαντική σε τέτοιες περιπτώσεις. Καλύτερα όμως να μιλήσετε με τον επιθεωρητή που έχει αναλάβει την υπόθεση. Είναι ο αστυνόμος Γεωργίου." είπε ο νεαρός αστυνομικός δείχνοντας της έναν κύριο που στεκόταν δίπλα από την πόρτα του καφενείου και κοιτούσε με ενδιαφέρον το πάτωμα. Έκανε να προχωρήσει προς το μέρος του αλλά μετά πρόσεξε τι παρατηρούσε με τόση προσοχή. Μια λίμνη αίματος  και δίπλα τρεις κάλυκες από σφαίρες. Σφαίρες που ίσως να στερούσαν τη ζωή του Μιχάλη. Του Μιχάλη που δεν είχε φταίξει σε τίποτα αλλά είχε πληρώσει για τα πάντα. 

Πλησίασε αποφασισμένη τον επιθεωρητή και με δυνατή φωνή που τον ξάφνιασε είπε "Γνώριζα το θύμα και θέλω να καταθέσω". Ο επιθεωρητής γύρισε και την κοίταξε απορημένος. Ναι δεν είχε αμφιβολία πώς μπορεί να γνώριζε το θύμα αλλά δεν καταλάβαινε πώς θα μπορούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα να τον βοηθήσει. Η υπόθεση ήταν πολύ περίεργη και αυτός  δεν είχε καθόλου χρόνο για να τον σπαταλήσει σε γέρικες ανοησίες και μοιρολόγια. Παρόλα αυτά κάτι του έλεγε πώς έπρεπε να ακούσει αυτή την ηλικιωμένη με τα όμορφα υγρά μάτια. "Περιμένετε μισό λεπτό" της είπε και προχώρησε στο εσωτερικό του καφενείου για να συνομιλήσει με τους άλλους αστυνομικούς που ερευνούσαν τον χώρο. Η Ισιδώρα που είχε έρθει αποφασισμένη να τα ομολογήσει όλα ξαφνικά δείλιασε και άρχισε να κάνει βήματα προς τα πίσω. Τι θα έλεγε? Ότι ένα κύκλωμα εμπορίας παιδιών αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Μιχάλη? Ότι ένα κύκλωμα τους εκβιάζει? Ένα κύκλωμα στο οποία είναι μπλεγμένη και αυτή? Και η Ελπίδα? Και ο Φώτης και η Νάντια και τόσοι άλλοι? Ένα κύκλωμα που θα τους σκοτώσει εάν τους προδώσει. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι αυτή τη στιγμή σίγουρα την παρακολουθούσαν. Μια κάννη όπλου ήταν σίγουρα στραμμένη πάνω της περιμένοντας τη στιγμή που θα πάει να ανοίξει το στόμα της. Δεν τους φοβόταν, ούτε για τη ζωή της νοιαζόταν πια αλλά μια αρχέγονη δύναμη αυτοσυντήρησης την έκανε να το βάλει στα πόδια. Μπλέχτηκε μέσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί από περιέργεια και άρχισε να τρέχει με πρωτοφανή για την ηλικία της δύναμη.

Αγάπης 33. Καθώς παρκάρανε το αυτοκίνητο η Ελπίδα δε μπόρεσε να μη σκεφτεί το πόσο ειρωνικό ήταν που το σπίτι που ίσως να γινόταν ο τάφος της ήταν στην οδό Αγάπης. Δε το είχε σκεφτεί ποτέ αλλά πλέον ήταν σίγουρη ότι ο Φώτης είχε επιλέξει το συγκεκριμένο σπίτι λόγω της ονομασίας του δρόμου. Ο γλυκός, ρομαντικός της Φώτης. Στη θύμηση του δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. "Οχι" σκέφτηκε "δε μπορείς να λυγίσεις τώρα". Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στην πυλωτή της πολυκατοικίας. Σήκωσε το τρίτο πλακάκι αριστερά του τοίχου με τα ρολόγια μέτρησης της ΔΕΗ και από κάτω βρήκε το κλειδί του διαμερίσματος. Όταν έπιασε το κλειδί στο χέρι της ήταν σαν να επικοινώνησε ξανά με τον Φώτη "Θεέ μου κάνε να είναι ζωντανός" ευχήθηκε καθώς τοποθετούσε το πλακάκι πίσω στη θέση του με προσοχή. Ο Ανέστης την κοιτούσε απορημένος. "Έλα πάμε πάνω" του είπε ζεστά. Θα στα εξηγήσω όλα".

Ανεβήκανε στο τρίτο όροφο και ανοίξανε την πόρτα του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Ανέστης. Περίμενε να αντικρίσει μια γιάφκα, έναν άδειο  χώρο σαν αποθήκη και αντ' αυτού βρήκε έναν χώρο έτοιμο να υποδεχτεί ένα νεόνυμφο ζευγάρι. Ο Φώτης είχε προσέξει και την τελευταία λεπτομέρεια. Είχε ακόμα και κάδρα στους τοίχους. Η Ελπίδα δεν απόρησε με την πληρότητα του σπιτιού. "Ξέρεις, όταν σου έχει λείψει τόσο πολύ ένα σπίτι όσο στα παιδιά που μεγαλώσαμε σε ιδρύματα τότε προσπαθείς να δημιουργείς σπιτικά όπου και εάν πηγαίνεις. Σαν να προσπαθείς να ξορκίσεις το κακό που σου κάνανε. Σαν να προσπαθείς να επανορθώσεις για όλες τις ελλείψεις της παιδικής σου ηλικίας. Κάθισε, έχουμε να πούμε πολλά" του είπε ενώ ταυτόχρονα έψαχνε στα ντουλάπια. Δεν είχε φάει τίποτα εδώ και δύο μέρες. Δεν πεινούσε αλλά ήξερε πώς οι καταστάσεις απαιτούσαν να έχει όλες τις δυνάμεις της. Έβγαλε δυο κονσέρβες με φασόλια, τις άδειασε σε δύο πιάτα και τα έβαλε να ζεσταθούν στο φούρνο μικροκυμάτων. Ζεστό φρεσκομαγειρεμένο φαγητό κονσέρβας για σήμερα! Είπαμε, η ανάγκη για τη ψευδαίσθηση της οικογένειας είναι πολύ έντονη σε μας τα ορφανά" είπε ειρωνικά και με πικρία η Ελπίδα. "Θέλω να μάθω τα πάντα για σένα" της είπε ο Ανέστης καθώς έπαιρνε θέση δίπλα της στο τραπέζι. "Σε τι ιστορία είσαι μπλεγμένη?"

"Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο" ξεκίνησε να αφηγείται η Ελπίδα βάζοντας ταυτόχρονα μια γενναία μπουκιά από φασόλια στο στόμα της. Ο Φώτης και η Νάντια ήταν οι καλύτεροι μου φίλοι. Ορφανοί και αυτοί ή μάλλον καλύτερα αγνώστων στοιχείων! Αυτούς δεν τους πείραζε. Είχαν αποδεχτεί ότι δε θα βρουν ποτέ τους γονείς τους. Νομίζω ότι δεν τους ένοιαζε κιόλας! Εγώ, όμως...Ήθελα να βρω από που κατάγομαι! Τότε ήταν που μπλέχτηκα με τη Λεγεώνα. Μου υποσχέθηκαν ότι θα μου βρίσκαν τους γονείς μου. Ότι ξέρανε ποιοι ήτανε! Εγώ το μόνο που είχα να κάνω ήταν να τους κάνω μια "εξυπηρέτηση". Εγώ τους έμπλεξα και τους άλλους δύο. Αυτοί δε θέλανε να μπλέξουν με τη Λεγεώνα.. Και τώρα μπορεί να είναι και οι δύο νεκροί εξαιτίας μου. Ο Φώτης με παρακαλούσε να το σκάσουμε. Είχε βγάλει ακόμα και πλαστές ταυτότητες για να φύγουμε στο εξωτερικό, να φτιάξουμε τη ζωή μας. Αλλά εγώ δεν ήθελα. Έπρεπε να βρω τις ρίζες μου. Με καταλαβαίνεις?" ρώτησε γεμάτη αγωνία τον Ανέστη. Είχε τόση μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά. Τόσο μεγάλη ανάγκη να της πει κάποιος ότι δε φταίει.

Μη κουνιέστε κύριε Μιχάλη σε λίγο έρχεται ο γιατρός είπε η γλυκιά νοσοκόμα. Είχε αρχίσει να επανέρχεται από τη νάρκωση αλλά ακόμα ήταν ζαλισμένος. Θυμάται ότι κάποιος τον φώναξε και μετά θυμάται έναν οξύ πόνο στη κοιλιά του και κάτι ζεστό να τρέχει ανάμεσα από τα χέρια του. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο νεαρός γιατρός. "Μπορείτε να μας αφήσετε για λίγο μόνους με τον ασθενή, δεσποινίς?". Η νεαρή νοσοκόμα βγήκε αμέσως έξω από το δωμάτιο. "Πώς είναι ο αγαπημένος μου καφετζής?" είπε ο νεαρός  γιατρός και έσκυψε πάνω από τον κυρ- Μιχάλη. "Είσαι σκληρό καρύδι τελικά εσύ" του είπε φιλικά. Αλλά τίποτα πάνω του δεν ήταν φιλικό. Τα μάτια του ήταν ψυχρά και είχε αυτό το παγωμένο βλέμμα που ο κυρ-Μιχάλης είχε συναντήσει πολλές φορές τις τελευταίες μέρες... 




Συνεχίζεται.... από τη Georgette B

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Εν αρχή ην ο γάμος.

Υποσχέθηκα ότι θα σας κρατάω ενήμερους για τις ετοιμασίες του γάμου και θα το κάνω γιατί ξέρω πόσο το λαχταράει η ψυχούλα σας.

Λοιπόν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο πήγαμε στα μέρη μου για να κλείσουμε εκκλησία και κέντρο. Η πεθερούλα έτυχε να είναι Αθήνα αυτές τις μέρες οπότε την πήραμε και αυτή αγκαζέ και την πήγαμε στα συμπεθέρια. Ο γλυκός μου Θ φρόντισε από την αρχή να δείξει την γλυκύτητα του αφού της ξεκαθάρισε της γυναίκας με το που μπήκε στο αυτοκίνητο με τη γλυκιά χοντροφωνάρα του "Μάνα, εσύ μόνο στο κέντρο θα έρθεις. Πουθενά αλλού. Κατάλαβες?" Γλυκούλης και ευγενικός πάνω από όλα ο καλός μου! Έτσι λοιπόν το πρωί πήγαμε οι  δυο μας στο φωτογράφο που μας αρέσει και του κάναμε τους δύσκολους πελάτες  για να κατεβάσουμε την τιμή. Βέβαια αυτό πρέπει να κράτησε  γύρα στα 10'' μέχρι να καταλάβει ο άνθρωπος ότι τα ματάκια μας βγάζουν καρδούλες με τη δουλειά του. Οπότε όπως καταλαβαίνετε καλύτερη τιμή δεν πετύχαμε. Και γενικά εάν θέλετε παζάρια μη με πάρετε μαζί σας. Ντρέπομαι!

Αφού λοιπόν κλείσαμε το φωτογράφο άρχισαν να μας πιάνουν οι τύψεις. Βρε μπας και είναι πολλά τα λεφτά? Μήπως να κοιτάγαμε και αλλού και άλλα τέτοια. Τότε θυμήθηκα ένα φωτογράφο που μου είχανε προτείνει και του λέω δεν πάμε να δούμε έτσι για τη σύγκριση. Πηγαίνουμε στο δεύτερο φωτογραφείο και πετυχαίνουμε ένα νεαρό ο οποίος άρχισε να μας δείχνει με περηφάνια τη δουλειά του σε ένα ψηφιακό άλμπουμ. Τριαντάφυλλα ξεπρόβαλαν ως background . Φωτογραφίες έβγαιναν μέσα από άλλες. Χαμός! Τρεις δεκαετίες πίσω το άλμπουμ. Και αφού λοιπόν αυτός συνεχίζει να μας εκθειάζει το άλμπουμ ,εγώ συνεχίζω να το παίζω ευγενική, πετάγεται ο Θ και τον ρωτάει "το background μπορούμε να το κάνουμε μαύρο? Σκέτο." Με έπιασε ένα σπαστικό γέλιο και έψαχνα αφορμή να φύγω. Οπότε αποφασίσαμε ότι με τον φωτογράφο και τον DJ δεν παίζεις και μείναμε στην αρχική μας επιλογή.

Αφού λοιπόν τα κάναμε όλα αυτά στο μισάωρο είχαμε πλέον χρόνο για καφέ. Όμως εγώ είχα δει κάτι μπομπονιέρες στο facebook ,από μια κοπελίτσα που έχει ένα μικρό μαγαζάκι, που μου φαινόταν πανάκριβες. Ήθελα λοιπόν να πάω να τις δω για να ξεπατικώσω το σχέδιο,να παραγγείλω τα υλικά και μετά να αγγαρέψω γνωστούς και συγγενείς για να συνδράμουν στο θεάρεστο έργο της κατασκευής μπομπονιερών. Τελικά όμως η κοπελίτσα τις δίνει τσάμπα τις μπομπονιέρες!!!! Αφού όταν  μου είπε  την τιμή παραλίγο να λιποθυμήσω από τη χαρά μου! Όπως καταλάβατε ούτε εδώ κάναμε παζάρια...

Το απόγευμα είχαμε να πάμε να δούμε εκκλησίες. Εγώ ήθελα μια μικρή χαριτωμένη εκκλησιά κάτω από το κάστρο και οι γονείς μου μια μεγάλη εκκλησία λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας. Πάμε πρώτα σε αυτή που ήθελα εγώ και δάκρυα χαράς ανεβαίνουν στα μάτια μου. Την εκκλησία την είχαν φτιάξει πολύ πιο όμορφη από ότι τη θυμόμουν. Πέτρινη, με φροντισμένο κήπο και θέα όλη την πόλη. Βρίσκουμε τον παπά, τον ρωτάμε εάν έχει ημερομηνία και τι μας απαντάει ο θεούλης. Ότι δεν κάνει γάμους Σάββατο βράδυ γιατί η Κυριακή είναι η μέρα του Θεού. Δηλαδή όλοι οι άλλοι οι μητροπολίτες, πατριάρχες κτλ που παντρεύουν Σάββατο είναι αμαρτωλοί και μόνο αυτός ο ενάρετος! Αυτό μας είπε και έφυγε. Βέβαια θεωρώ ότι δεν το χειρίστηκα σωστά το θέμα με τον πάτερ. Έπρεπε να βάλω αμέσως τα κλάματα και να βγάλω μια χατζάρα να κάνω χαρακίρι εάν δεν με πάντρευε Σάββατο. Μετανιώνω...

Έτσι με την ουρά στα σκέλια φύγαμε από την εκκλησία με τον άθλιο παπά που βαριέται να κάνει γάμους και πήγαμε στη mainstream εκκλησία που όλοι εκεί θέλουν να παντρευτούν, και σιγά μη βρεις ημερομηνία τέτοια εποχή και πω πω τι όμορφη εκκλησία είναι αυτή (αυτά μου λέγανε οι γονείς μου σε όλο το δρόμο). Εκεί βρήκαμε και ημερομηνία και λογικό παπά. Εγώ συνεχίζω να έχω τις αμφιβολίες μου καθώς είχα φανταστεί το γάμο σε ποιο cozy σκηνικό  αλλά όλοι μου λένε ότι είμαι τρελή που προβληματίζομαι και ότι κανονικά θα έπρεπε να ανάψω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι μου που βρήκα ημερομηνία. 

Τέλος άσχετο με το θέμα γάμος αλλά πρέπει να το γράψω για να θυμηθώ την επόμενη φορά που κάποιος θα μου πει να πάμε σε συναυλία του Χαρούλη να τον βάλω να πιει μια νταμιτζάνα τσικουδιά μονοκοπανιά. Ωραίος δε λέω και φωνάρα ο τύπος αλλά ρε φίλε! Οφού, οφού! Πόση κρητική μουσική να ακούσει ένας άνθρωπος σε ένα βράδυ? Βαρέθηκα! Εντάξει δεν το έχω και πολύ με την κρητική μουσική. Βασικά είναι σαν τη τζαζ. Μπορώ να ακούσω δυο τρία κομμάτια αλλά εάν με βάλεις να ακούω όλο το βράδυ μπορώ να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Άσε που είχε και τρελό κόσμο. Τρελό! Το θέατρο Βράχων δε το έχω ξαναδεί έτσι. Κρεμόμασταν από τα κάγκελα. Εμείς είχαμε βρει μια πολύ (#not) αναπαυτική θέση σε ένα πλατύσκαλο και βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που φόρεσα τζιν. 

Αυτά ήταν τα νέα μου! Ακολουθεί ένα τρελό σαββατοκύριακο στην Εύβοια και μετά μια τρελή εβδομάδα με πρόβες νυφικών...



Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Pride or Bride to be...

Χάθηκα! Το ξέρω. Με έπιασε η Άνοιξη. Λίγο τα πουλάκια που κελαηδούν, λίγο οι πεταλουδίτσες που φτερουγίζουν, λίγο οι μελισσούλες. Κυρίως  οι μελισσούλες. Αυτές που πετάνε από λουλουδάκι σε λουλουδάκι και μεταφέρουν τη γύρη και ανθίζει ο τόπος και κάνουν και άλλα λουλουδάκια. Μωρά λουλουδάκια. Λουλουδάκια? Μωρά?  Εγώ πότε θα γίνω μάνα? Ρε μπας και να κάνουμε κανένα παιδί? Παιδί εκτός γάμου? Γιατί όχι? Και τότε διαβάζω αυτό. Και λέω όχι δε μπορώ να στερήσω το μουσείο του μέλλοντος από την αφεντομουτσουνάρα μου ντυμένη νύφη.

Καθίζω που λέτε τον Θ κάτω και του λέω άκου να δεις. Το και το. Ποιο και ποιο μου απαντάει. Τα λόγια είναι φτώχεια. Το λοιπόν. Εγώ σε ένα χρόνο τριανταρίζω και πότε θα γίνω μάνα? Δεν έχει μα.. Αν μέσα σε μια βδομάδα δεν έρθεις να με ζητήσεις θα βάλω τα αδέρφια μου (που τα 'χω πολλά και μοβόρικα ) να σε κάνουν μαύρο στο ξύλο. Τι τα θες? Και ο άγιος φοβέρα θέλει. Πόσο μάλλον ο Θ, που εντάξει άγιο δεν τον λες.

Έτσι που λέτε καθίσαμε, τα υπολογίσαμε και ώριμα σκεπτόμενοι αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Πότε? Οπότε! Εκεί θα κολλήσουμε τώρα. Χρόνος υπάρχει (από λεφτά ξεμείναμε)! Ο γάμος θα γίνει στον τόπο της νύφης που είναι ονειρικός, βγαλμένος από σκηνικό κινηματογράφου και παραμύθι συνάμα. Ναι ρε στη Ρούμελη... Γιατί δεν είναι παραμυθένια?

Αληθινή ιστορία όλο το παραπάνω. Έτσι ακριβώς όπως τα λέω έγιναν. Μη με βλέπετε εδώ που το παίζω γλυκούλα. Κατά βάθος είμαι μεγάλη bitch! Λοιπόν παντρευόμαστε τον Οκτώβρη! Κλείσαμε κέντρο (που μεταξύ μας ήταν η πιο εύκολη δουλειά γιατί δεν είχαμε επιλογή). Δυο φίλοι των γονιών μου έχουν ένα χώρο εκδηλώσεων και η μαμά μου καθόλου εκβιαστικά μου είπε ότι ή θα παντρευτώ εκεί ή να μην τολμήσω καθόλου! Ξέρω ακούγεται κάπως  αλλά welcome to επαρχία.. Ντάξει είναι λίγο κυριλέ για τα γούστα μας αλλά η τιμή είναι σούπερ κυριλέ οπότε έχω αρχίσει και το βλέπω παλατάκι!!!!

Οπότε όπως καταλαβαίνετε έχουμε λίγα τρεξιματάκια! Που θα μας πάει όμως θα τα οργανώσουμε. Και τον γάμο, και το γαμήλιο ταξίδι και τις καλοκαιρινές διακοπές!  


Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Τον πιάσαμε τον Μάη

Όταν θες να πιάσεις τον Μάη πας στην εξοχή. Συμφωνούμε όλοι? Μαδάς λουλουδάκια, φτιάχνεις στεφάνι και κάθεσαι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο στη σκιά του. Στη σκιά του. Το τονίζω. 

Όπως όλοι, έτσι και εμείς θέλαμε να πάμε χθες μια βόλτα στην εξοχή. Θα ήμασταν μεγάλη παρέα οπότε άντε να συνεννοηθούμε. Πάμε στο Τατόι, λέει ο ένας. Μπα θα γίνεται της κακομοίρας λέει ο άλλος. Πάμε στο Πάρκο Τρίτση λέει ο άλλος. Μπα θα έχει πάει και η κουτσή Μαρία λέει ο παράλλος. Πάμε στην Καισαριανή πετάγεται και λέει κάποιος άλλος. Πώς θα περάσουμε από το κέντρο, θα είναι κλειστό , αντικρούει αμέσως ένας άλλος. Πάμε προς παραλία λέω εγώ. Ναι, εξαιρετική ιδέα, κανένας άλλος δε θα το έχει σκεφτεί, απαντάνε όλοι μαζί. Και όχι δεν με ειρωνευόταν. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε προς παραλία για πικ νικ. Φτιάξαμε τα κεφτεδάκια μας, τα τυροπιτάκια, μας, τις λιχουδιές μας, πήραμε ψάθες, νερά, αναψυκτικά και ξεκινήσαμε. Είχα ονειρευτεί καρό τραπεζομάντιλο κάτω από ένα δέντρο και από μακριά να ακούγεται ο παφλασμός των κυμάτων. Κατά πως φάνηκε το ίδιο είχαν ονειρευτεί πολλοί.

Κάναμε 2,5 ώρες να φτάσουμε στην Βάρκιζα. Σταματημένοι στην κίνηση να πηγαίνουμε σημειωτόν. Ο ένας να κατουριέται, η άλλη να διψάει, η άλλη να πεινάει. Και όλοι μαζί να γκρινιάζουν. Όχι όλοι μαζί. Μόνο όσοι ήταν στο δικό μου αυτοκίνητο. Συνολικά ήμασταν τρία αυτοκίνητα αλλά εγώ έτυχα να πάω με τον γκρινιάρη οδηγό. Ο κακόμοιρος οδηγάει κάθε μέρα 2 ώρες για να πάει στη δουλειά του. Οπότε το μόνο πράγμα που μας είχε πει πριν ξεκινήσουμε είναι ότι δε θέλει να οδηγήσει πολύ. Δύο ώρες μετά χτύπαγε το κεφάλι του στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Κυριολεκτικά. Μας κοιτούσαν από τα δίπλα αυτοκίνητα και γελούσαν. Έβλεπε στην άκρη του δρόμου μια συστάδα δέντρων και έλεγε "να εδώ είναι πολύ ωραία, εδώ να στρώσουμε". Στις 2  ώρες και ένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά σε ένα παράδρομο και αρνούνταν να ξαναμπεί μέσα. Σταμάτησαν και τα άλλα αυτοκίνητα της παρέας και γελούσαν μαζί του. Αυτόν τον είχε πιάσει αμόκ, να λέει ότι δεν οδηγάει ούτε ένα λεπτό ακόμα και οι άλλοι να γελάνε και να προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Οπότε τι κάνεις σε μια τέτοια κατάσταση? Ανοίγεις το πορτμπαγκάζ, βγάζεις ένα σαντουιτσάκι και αρχίζεις να το τρως. Με είχε κόψει η πείνα ρε παιδιά τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού λοιπόν έφαγα το σαντουιτσάκι μου, και άκουσα όλη την στιχομυθία της γκρίνιας, έβγαλα άλλο ένα σαντουιτσάκι και το έδωσα στον γκρινιάρη οδηγό. Τελικά η ηρεμία περνάει από το στομάχι. Ο γκρινιάρης οδηγός δέχτηκε να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο αλλά με την προϋπόθεση ότι θα κάτσουμε στην πρώτη παραλία που θα βρούμε.

Η πρώτη παραλία που βρήκαμε ήταν όμορφη αλλά δεν είχε ούτε μισό δεντράκι. Ευτυχώς μια φίλη μου (που την κορόιδευα κιόλας για αυτό) είχε προνοήσει και είχε πάρει μαζί της δυο ομπρέλες. Οπότε τις ανοίξαμε, στρώσαμε τα κιλίμια μας, αραδιάσαμε τα φαγητά μας και τελικά περάσαμε όμορφα. Τόσο όμορφα που δεν θέλαμε να φύγουμε και κάτσαμε στην παραλία 6 ώρες. Μη ξεχνιόμαστε, 6 ώρες σε μια παραλία χωρίς σκιά, με δυο ομπρέλες για 12 άτομα και χωρίς προοπτική να βουτήξουμε στη θάλασσα.

Κατά τις οχτώ είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, εμείς είχαμε μαζέψει βιταμίνη D για 10 ζωές και έτσι φύγαμε. Μόλις γύρισα σπίτι έκανα ένα μπανάκι και ξάπλωσα για πέντε λεπτάκια στο κρεβάτι. Ξύπνησα σήμερα το πρωί. Αφού σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια, κοιτάζομαι στο καθρέφτη του μπάνιου και παρατηρώ ότι η δεξιά πλευρά του προσώπου μου έχει γίνει πουά με κόκκινες βούλες. Plus ένα ελαφρύ πρηξιματάκι. Ξυπνάω κατευθείαν τον Θ να με δει για να μου πει εάν είμαι σοβαρά και εάν είμαι σε κατάσταση να εργαστώ (ήλπιζα να μου πει κοιμήσου), εκείνος με κοιτάει με τα αγουροξυπνημένα του μάτια με ρωτάει εάν έφαγα κάτι που με πείραξε και μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του. Μετά από δέκα λεπτά τον ξαναξυπνάω για να τον ρωτήσω εάν το κάλυψα με το μακιγιάζ και μου λέει "Έλα ρε συ, γιατί με ξύπνησες πάλι? Είχα παραγγείλει και πάνω που θα ερχόταν το delivery". Έχει αρχίσει δίαιτα και έχει πέσει πείνα και των γονέων. Ο πεινασμένος delivery ονειρεύεται.



Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Μια φορά και έναν καιρό ήταν το Πάσχα

Φέτος για το Πάσχα είχαμε αποφασίσει να πάμε στο πατρικό του Θ. Αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, η αδερφή μου γελά. Αποφάσισε να γεννήσει Μ. Τετάρτη. Έτσι αντί να πάμε όλοι μαζί στο πατρικό του Θ, πήγε μόνος του και εγώ έφυγα για το δικό μου πατρικό για να πάω να δω την Sisterούλα που γέννησε το τρίτο της παιδάκι. Τρεις γέννες έχει κάνει και σε καμία δεν ήμουν εκεί. Την πρώτη φορά είχα πάρει άδεια 3 μέρες, περίμενα να γεννήσει, περίμενα, περίμενα, τίποτα. Μου τελείωσε η άδεια και γύρισα Αθήνα. Ξημερώματα της ίδιας ημέρας που γύρισα Αθήνα με πήρανε τηλέφωνο ότι είναι στο μαιευτήριο. Ξανά άδεια και πάλι πίσω. Στο δεύτερο παιδάκι της, περιμέναμε να γεννήσει με 3 βδομάδες διαφορά με την κουμπάρα μου. Αποφασίζω και εγώ να πάω στην αδερφή μου που είχε ημερομηνία τοκετού πρώτη. Παρασκευή πήγα στην Sis, Σάββατο με πήραν τηλέφωνο από Αθήνα ότι γέννησε η κουμπάρα μου. Κυριακή έφυγα για Αθήνα να δω την κουμπάρα μου, Τρίτη με πήρανε τηλέφωνο ότι γέννησε η αδερφή μου. Γενικά δεν το έχω! Κάθε φορά που γεννάει κάποια εγώ λιώνω στα χιλιόμετρα.

Το σερί δεν άλλαξε ούτε φέτος. Δευτέρα του Πάσχα υπολόγιζα να πάω στο πατρικό μου, Μεγάλη Τετάρτη γέννησε η αδερφή μου. Έτσι λοιπόν αφού πέρασα τρεις μέρες και δυο νύχτες στο μαιευτήριο να εκτελώ χρέη μαίας την Παρασκευή έφυγα με το ΚΤΕΛ για το πατρικό του Θ. Πέρασα από βουνά, λίμνες, ποτάμια και λαγκάδια και στο τέλος έφτασα στα Γιάννενα για να πάρω και δεύτερο ΚΤΕΛ και μετά από 8 ώρες να φτάσω επιτέλους στον προορισμό μου. Δεν πειράζει όμως που ταλαιπωριέμαι εγώ αρκεί που όλα πήγαν καλά και το  bebe είναι πιο πάνω από όμορφο (ναι είμαι κουκουβαγιοθεία και το παραδέχομαι).

Στο πατρικό του Θ περάσαμε όμορφα. Ψήσαμε, φάγαμε, ξεπαγιάσαμε... Εγώ είχα πάρει ρούχα θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη και εκεί ο καιρός ήταν βρέχει πάλι απόψε στη μικρή τη γειτονιά. Μέχρι και χαλάζι έριξε! Τη μέρα του επιταφίου φορέσαμε τα μεταξωτά και να φυσάει και πήγαμε στην εκκλησία. Με το που φτάσαμε άρχισε να ψιχαλίζει. Εγώ σαν sweety που είμαι έπιασα αμέσως ένα υπόστεγο και πρόσεχα μην βραχούν οι μπαλαρίνες μου. Τότε ξαφνικά πιάνει μια βροχή από αυτές που σκέφτεσαι να χτίσεις Κιβωτό. Και τότε όλοι βρέθηκαν να στριμώχνονται μαζί μου στο υπόστεγο. Μετά από λίγο η βροχή κόπασε και αποφάσισαν να βγάλουν τον επιτάφιο για την περιφορά. Βγαίνει ο επιτάφιος, βγαίνουν και οι πιστοί. "Πάμε και εμείς" μου λέει η πεθερά-to be. "Μπα, θα σας περιμένω εδώ" λέω η αθεόφοβη. Και τότε, με το που βγήκε και ο τελευταίος πιστός από την εκκλησία, ρίχνει ένα χαλάζι. Κορόμηλο! Που σε πονεί και που σε σφάζει. Τρέχαν οι πιστοί να κρυφτούνε και μείναμε οι αθεόφοβοι να γελάμε κάτω από τα μουστάκια μας (και κάτω από το υπόστεγο μη ξεχνιόμαστε) στεγνοί και καθαροί.

Έτσι όμορφα κύλησαν οι μέρες μας και ήρθε η ώρα να φύγουμε. Είχαμε να συνεχίσουμε το tour που είχαμε ξεκινήσει στην ελληνική ύπαιθρο. Επόμενος σταθμός Θεσσαλία. Δυο φίλοι παντρευόταν και δεν μπορούσαμε να λείψουμε! Ο γάμος πολιτικός και άκρως εναλλακτικός. Για να καταλάβετε μετά το φαγητό αντί να σύρουμε τον χορό παίξαμε ποδόσφαιρο! Και έτσι αφού τους παντρέψαμε και αυτούς πήγαμε στο πατρικό μου για να κάνουμε γούτσου γούτσου τον μπέμπη. Αλλά αντί για γούτσου γούτσου, βρεθήκαμε να το παίζουμε παντρεμένοι με παιδιά. Τα ανιψάκια μου. Των οποίων, λόγω των γεγονότων, είχα πάρει την προσωρινή επιμέλεια. Πήγαμε σε κούνιες, πήγαμε σε καφέ με παιδότοπο, πήγαμε στο γήπεδο να παίξουμε μπάλα. Διαγώνισμα για το πόσο καλός πατέρας θα γίνει ήταν αυτό για τον Θ και όχι διήμερο. Για την ιστορία θα σας πω ότι κόπηκε. Το απόγευμα, ήταν η ώρα για το φρούτο τους. Άντε πείσε τώρα εσύ ένα κακόφαγο τετράχρονο και ένα κακόφαγο δίχρονο να φάνε το μήλο τους. Ο Θ είχε κουραστεί από το πρωί με τα πιτσιρίκια και είχε βρει μια τρύπα για να χωθεί. Εγώ για να τα ταΐσω σκέφτηκα να τους βάλω στρουμφάκια. Παίρνω τηλέφωνο τον Θ (στην έπαυλη που ζούμε μόνο με τηλέφωνο επικοινωνούμε εμείς) και του λέω να μου κατεβάσει το ipad και τα μήλα. Περνάνε 5', τίποτα. Περνάνε 10', τίποτα. Στα 15' ανέβηκα μόνη μου να τα πάρω και τον βρήκα να χαριεντίζεται με ένα φίλο του στο skype. "Δεν κατάλαβα ότι τα θες τώρα". Όχι  φίλε μου, τα ζήτησα τώρα για να τα αφήσω να ωριμάσουνε να τα κάνω κομπόστα. Με άφησε μόνη μου ο αχαΐρευτος με δυο πιτσιρίκια να μην έχω τι να τα κάνω. Ευτυχώς είχα την στρουμφίτα σύμμαχο και ευτυχώς δεν χέστηκε κανένα.

Φεύγοντας στον δρόμο προς Αθήνα μου λέει "Ωραία ήτανε. Πλάκα είχανε τα πιτσιρίκια. Εμείς πότε θα κάνουμε ένα να το προσέχεις?" Ε, τώρα τι του λες?